Στον γκρεμό της υπομονής




Είναι η τρίτη βδομάδα μετά τις θεραπείες. Μετρώ τις εβδομάδες με αφετηρία τις θεραπείες. Σαράντα ακτινοβολίες στη βάση κρανίου και πέντε ατέλειωτες χημειοθεραπείες ολοκλήρωσε ο πατέρας μου. Μια φορά την εβδομάδα τον πήγαινα στο νοσοκομείο για χημειοθεραπεία. Μας μαγάρισαν και τις Παρασκευές. Από το πρωί στις 8 στον ορό, μεχρι τις 6 το απόγευμα. 
Δεν είναι αστείο που για να ζήσεις πρέπει να πεθάνουν τόσα κύτταρα που κρύβονται και πολλαπλασιάζονται κρυφά στο σώμα; Να πεθάνεις λίγο, μήπως και τελικά ζήσεις. Υπάρχει μια  οδύνη στο να βλέπεις τα κύτταρα του ανθρώπου που σε έφερε στον κόσμο να διαλύονται και ο ίδιος να φθείρεται. 

"Μη μου πεις μόνο να κάνω υπομονή, δεν αντέχω άλλο να μου λενε νε κάνω υπομονή"

 Στο νοσοκομείο στις 7.30 το πρωί υπάρχει πάντα ένας μικρός εκνευρισμός. Ασθενείς που περπατούν ανυπόμονα πάνω κάτω τους διαδρόμους μαζί με τον τροχήλατο διάφανο ορό, νοσοκόμες ετοιμάζουν τα δωμάτια με αυστηρό ύφος, και μερικοί γιατροί που περιφέρονται νευρικά στους ορόφους. 

 Το μεσημέρι στο πατρικό τα πηρούνια χτυπάνε με κροτο τα πιάτα, δεν βρίσκουν τον στόχο τους. Το ποτήρι κρασί της μάνας ξέχειλίζει, απέναντι μου. Ο πατέρας μου κοιτάζει το περασμένο στο multi, κοτόπουλο με πατάτες στο πιάτο του. Το κοιτάζει σαν να του μιλάει, σαν να το μαλώνει που είναι τόσο πολύ και τον δυσκολεύει. Σαν να περιμένει μια απάντηση. 
Τα χέρια του έχουν κάνει ζάρες βαθιές, τα δάχτυλά του έχουν λεπτύνει τόσο πολύ που σφίγγεται το στομάχι μου. 
Χάλια οι πατάτες; με ρωτάει η μάνα. 
Καλές είναι, απαντάω. Ψάχνω με το πηρούνι μου κάτι να βάλω στο στόμα μου να μη χρειάζεται να μιλάω. Υποδυόμαστε κάτι; Ο πατέρας μου αρχίζει να βήχει, το στομάχι του επαναστατεί ξανά, φτύνει σε ένα στρογγυλό δοχείο δίπλα του. Η απελπίσία του πλανάται ανάμεσα στα πιάτα μας. Είναι αδύνατον να την αποφύγεις, να την ξεγελάσεις. Η μητέρα στρίβει τσιγάρο στην  ασημένια θήκη. Ο πατέρας μου δεν έχει καταφέρει να φάει ούτε το μισό φαγητό του. Επιμένει να κάθεται εκεί επί μιάμιση ώρα. Παλεύει να το κρατήσει στο στομάχι του. Ευτυχώς δεν τον εγκατέλειψε το πείσμα του. 

( Πριν εξι μήνες ο πατέρας μου είχε ράψει τέσσερις μάσκες. Του είχα στείλει λινκ με οδηγίες στο youtube. Τις φιλοτέχνησε με μεράκι. Με όσες σούρες προβλέπονταν. Τον ανέβασα στο ινσταγκραμ. Πριν τρεις μήνες πάλι, τον είχα φέρει σπίτι να μου φτιάξει το μάνταλο στο παράθυρο. Όταν γύρισα από τις διακοπές τον βρήκα με το ένα μάτι κλειστό. Δεν ήταν πια ο ίδιος. Έμεινε ένα μάτι να προσπαθεί να εστιάσει στον περίγυρο, να καταλάβει τη διάσταση των πραγμάτων γύρω του. Με συγκλονίζει η νέα όψη του. Έχει καμπουριάσει, ο ένας ώμος του είναι πιο χαμηλά, ο λαιμός του έχει μαυρίσει. Δεν ξέρω αν έχω δει πιο αδύνατα πόδια. Στο πρόσωπο μάλλον έχει γεράσει δέκα χρόνια. Μοιάζει με 85 χρονών. Τουλάχιστον έτσι φαντάζομαι τους ανθρώπους που ειναι 85 χρονών. )

Στον νιπτήρα της κουζίνας βρίσκω πεταμένες δύο μάσκες. Δεν ξέρω τι να κάνω. Βρίζω λίγο μέσα μου και κάνω πως δεν τις είδα. Στο τραπεζάκι στο μπαλκόνι, η γαρδένια που είχα φέρει στα γενέθλια της μάνας μου. Δίπλα άλλες δυο γλαστρούλες. Μια μικρή γωνίτσα έμεινε για το τασάκι, κοντεύει να πέσει κάτω. Αναρωτιέμαι γιατί ο πατέρας μου δεν έκανε τα μπαλκόνια λίγο πιο φαρδιά, ίσα που χωράνε δυο ανθρωποι να περάσουν. Η γειτονιά παραμένει θορυβώδης, όπως τότε που ζούσα εδώ. Ο Μήτσος απέναντι με τα τρία παιδιά, η δικηγορίνα στη γωνία με την ανοιχτή ακρόαση, οι φωνές δυναμώνουν, δεν καταλαβαίνουν απο τον πόνο του άλλου. Όλοι ζουν σαν να μην υπάρχει διπλανός, υπάρχουν μόνοι τους και μιλούν σαν να μην ακούει κανείς. Η απέναντι έχει κρεμάσει μια τεράστια ελληνική σημαία στο μόνιμο κοντάρι. Έχουμε μια βδομάδα μέχρι την 28η Οκτωβρίου. Αναρωτιέμαι από που προκύπτει τόση εθνική υπερηφάνεια.


(Εξαντλημένη υπομονή. Μέσα μου επαναλαμβάνω λέξεις που δεν κάνει να ξεστομίσω. Υπάρχουν κάποια λόγια που αν τα πω, ο μπαμπάς γίνεται μπαρούτι. Βάζω τα δυνατά μου να είμαι γλυκιά και γελαστή. Σαν να πνίγω έναν εαυτό, να τον κρατώ κάτω από το νερό να μην ανασάνει. Όπως παλιά. )

 Στον δρόμο για τη δουλειά, η ώρα είναι 7 και 20. Ένα φανάρι στη Θηβών που αργεί να ανάψει, και να πάλι ο όμορφος νέος απο το Πακιστάν ή Μπαγκλαντες, ο υαλοκαθαριστής. Θεε μου, είναι το πιο ωραίο χαμόγελο που έχω δει εδώ και χρόνια. Εξαιρετικά χέρια, ωραία πλάτη, γλυκό πρόσωπο. Έρχεται στο παράθυρο και με ρωτά “Καλά είσαι;” Του χαμογελώ και του δίνω ένα από τα δυο κρουασαν που έχω στη τσάντα. Με κοιτάει διστακτικά. Πάρτο, έχω κι άλλο! Χαμογελάει με αυτό το χαμόγελο που σκορπά ζωή τριγύρω και λέει ευχαριστώ. Ανοίγει το φανάρι. Πατάω γκάζι και παίρνω τη στροφή αποφασιστικά. Τουλάχιστον η μέρα ξεκίνησε με ομορφιά. 

 Στον δρόμο οδηγώντας σκέφτομαι, σκέφτομαι, ακούω στο ραδιόφωνο Wasting my young years των London Grammar, και νιώθω μια νοσταλγία. Οκτώ μήνες πανδημίας δίχως αγκαλιές. Χωρίς αγκαλιές γλυκιές κι απαραίτητες, αγκαλιές βάλσαμο, αγκαλιές που ξεχειλίζουν αγάπη. Πως να ζήσουμε στην αναμονή της αληθινής ζωής; Πως λησμονούνται τα δυνατά γέλια των φίλων τις καλοκαιρινές νύχτες; Πως να ζήσουμε δίχως τα αυθόρμητα φιλιά, και τα όμορφα μεθύσια; Υπομονή μέχρι να ζήσουμε ξανά. 

"Μη μου πεις μόνο να κάνω υπομονή, δεν αντέχω άλλο να μου λενε νε κάνω υπομονή"

 Φτάνω στη δουλειά, παρκάρω. Η λειτουργικότητα μου είναι εδώ, δεν με εγκαταλείπει. Το κορμί μου δεν διαμαρτύρεται. Όλα μοιάζουν όπως πριν, μόνο με μερικά βάρη παραπάνω να κάθονται στους ώμους μου. Τζογκλέρ έγινα, κουβαλάω όλους αυτούς τους φόβους και δεν ξέρω πως τα καταφέρνω. Απο δω η δουλειά, απο δω το στρες, απο κει ο μπαμπάς, πιο κει η μοναξιά, και απο πάνω ο κόβιντ. Πως θα βγει ο χειμώνας; 

Σχόλια

Ο χρήστης Geo_K είπε…
Όχι μη .... Δε το βάζουμε πότε κατω.