
Κάποτε πριν λίγα χρόνια υπήρχε μια κοπέλα, όμορφη στην όψη και γλυκιά στην ομιλία.Το όνομά της ήταν Μαριλού.
Ζούσε την ζωή της χωρίς δεύτερη σκέψη. Είχε γίνει νηπιαγωγός και αγαπούσε τη δουλειά της. Όπως αγαπούσε και τον τόπο που μεγάλωσε. Είχε φίλες, παρέες και όσα χρειάζεται ένας νέος άνθρωπος για να νιώθει φυσιολογικός. Η Μαριλού δεν ζητούσε πολλά από τη ζωή της
Μια μέρα ωστόσο στην φυσιολογική ζωή της γνώρισε έναν άνθρωπο που έμελλε ν’αλλάξει την πορεία της. Είχε βγει με τις συναδέλφους από τη δουλειά. Εκεί τον γνώρισε. Ήταν αδελφός της Εύης, μιας νηπιαγωγού που δεν είχαν και πολλά πάρε δώσε. Η Μαριλού δεν ξανοιγόταν και πολύ. Προτιμούσε την ασφάλεια των ανθρώπων που γνώριζε επί χρόνια.
Είχαν παέι για ούζα στην Πλάκα και ο Μάριος είχε κάτσει απέναντι της. Απ’ότι είχε καταλάβει η Μαριλού εκείνος δούλευε κάπου εδώ κοντά στην Πλάκα και η Εύη του τηλεφώνησε να έρθει. Δίπλα της η Άννα που δεν έλεγε να σταματήσει να μιλάει για τα καινούργια ρούχα που ήθελε ν’αγοράσει.. Στην βαθιά της πλήξη η Μαριλού έδειχνε να συμμετέχει στην παρέα, ωστόσο αν κοιταζες προσεχτικά, ο νους της ταξίδευε. Οι σκέψεις τις δεν μπορούσαν να κάτσουν σ’εκείνο το τραπέζι. Με τον Μάριο είχαν συστηθεί, ωστόσο η Μαριλού ντρεπόταν να του απευθύνει τον λόγο. Η αμηχανία είχε φωλιάσει ανάμεσα τους.
Αφού ήπιαν και το δεύτερο καραφάκι ούζο, η διάθεσή της άρχισε ν’ αλλάζει. Αίφνης ένιωσε πιο ανάλαφρη και εύθυμη. Την ώρα που οι υπόλοιποι λογομαχούσαν για το ποιόν προτιμούσαν στην εκπροσώπηση της Eurovision, η Μαριλού κοίταξε τον Μάριο στα μάτια. Χρειάστηκε θάρρος για να κάνει αυτήν την κίνηση. Εκείνος, νιώθοντας το βλέμμα της έμεινε να της ανταποδίδει το έντονο βλέμμα και εντελώς αναπάντεχα της χαμογέλασε. Η Μαριλού κοκκίνισε και άναψε τσιγάρο. Δεν της άρεσε να καπνίζει και δεν το συνήθιζε, ήταν ώρες όμως που την έβγαζε από την δυσκολία της στιγμής. Ετούτη ήταν τέτοια στιγμή. Στο νου της ήρθε ένας στίχος του Damien Rice: I remember it well the first time that I saw your head around the door ‘cause mine stopped working..
Ο Μάριος άδραξε την στιγμή και της άνοιξε κουβέντα.
«Δεν σου πάει να καπνίζεις»
«Βρίσκεις; Κι εσένα δεν σου πάνε τα καφέ.»
«Μα αν μου πήγαιναν δεν θα τα φόραγα.»
«Γιατί;»
«Γιατί όταν φοράω ρούχα που αρέσουν, νιώθω το βάρος των ματιών που με σκανάρουν.»
«Αυτό θα πει μετριοφροσύνη.»
«Έχω κι άλλη άμα θες»
«Αρκετή για σήμερα, νομίζω.» «Πρέπει να φύγω εξάλλου.»
«Αν θες να φύγεις δεν μπορώ να σε εμποδίσω. Μπορώ όμως να σου προτείνω κάτι;»
«Σαν τι; Να γίνεις ο στυλίστας μου;»
Γέλασαν κι οι δυο τους.
«Φυσικά και όχι. Να πάμε μια βόλτα. Μια βόλτα που δεν θα μοιάζει με καμιά από τις άλλες»
Η Μαριλού ένιωσε τον κόμπο στο στομάχι της να εδραιώνεται και να φτάνει μέχρι το λαιμό.
«Τι εννοείς? Δεν σε ξέρω καν.»
«Πόσα πρέπει να ξέρεις για κάποιον για να περπατήσεις μαζί του;»
Η Μαριλού είχε χάσει τα λόγια της. Τα μαύρα μεγάλα του μάτια της τριβέλιζαν το μυαλό. Έπρεπε ν’ αντισταθεί. Τι νόμιζε αυτός ο αναιδέστατος;
«Όσα δεν φαντάζεσαι, Μάριε.» Το όνομά του το τόνισε με εμπάθεια.
Σηκώθηκε να φύγει και χαιρέτησε τους άλλους. Περπατούσε με βήμα ταχύ και σταθερό προς τον σταθμό. Είχε ανάγκη να θρονιαστεί στην πολυθρόνα της και να διαβάσει το βιβλίο της. Μόνη. Μακριά από βλέμματα και κρίσεις. Είχε ανάγκη να φάει τα αγαπημένα της δημητριακά , να βάλει την κόκκινη θερμοφόρα στα πόδια της και ν’αδειάσει το μυαλό της. «Τι ήταν κι αυτό σημερα;» Σκέφτηκε.
Η Μαριλού έφτασε στο σπίτι της, ξεκλείδωσε την αυλόπορτα και μπήκε μέσα. Η μυρωδιά του γιασεμιού εισέβαλλε γλυκά στον λογισμό της. Τα μάτια του ξανάρθαν μπροστά της λαμπερά και όμορφα στο σχήμα. Μάτια που αν δεν την πρόδιδε το ένστικτό της, αντικατόπτριζαν μια γλυκιά ψυχή. Στάθηκε στο κατώφλι κι έκοψε από το γιασεμί που είχαν φυτέψει μαζί με τον παππού. Προχώρησε και μπήκε κρατώντας σφιχτά το γιασεμί. Ο γάτος της ο Αρίστος ήρθε ευθύς αμέσως και τρίφτηκε στα πόδια της. Τον αγκάλιασε και αντάλλαξαν τα χάδια της ημέρας…
Αφού έφαγε το μπολ που είχε ετοιμάσει, έτρεξε να βάλει Damien Rice. Ο γάτος τρόμαξε από την ένταση του ήχου και κρύφτηκε κάτω από την πολυθρόνα της. Η Μαριλού κάθισε και έφερε ξανά στο μυαλό της όσα είχαν πει, και όσα ήθελε να του πει αλλά δεν μπόρεσε. Τα ‘βαλε με τον εαυτό της που δεν ήταν ετοιμόλογη. Με την θερμοφόρα αγκαλιά έπιασε την τσάντα της να ψάξει για τσιγάρο. Το πακετάκι με τα 10 Marlboro είχε χαθεί ανάμεσα στα υπόλοιπα υπάρχοντα της τσάντας. Το βρήκε. Έβγαλε ένα τσιγάρο αλλά κάτι πήρε το μάτι της πάνω στο πακέτο. Ένας αριθμός.10. Γραμμένος με στυλό. Μπλε μπικ για την ακρίβεια.
Γύρισε το πακέτο από την άλλη και δεν πίστευε τα μάτια της. «Αύριο πλατεία Αττικής.» Ένιωσε ξανά τον κόμπο. Μούδιασε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να νευριάσει.
Συνεχίζεται..
Σχόλια