Ξημέρωσε Σάββατο κι η Μαριλού ένιωσε τις ηλιαχτίδες να χαϊδεύουν το πρόσωπό της. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι όπως ήταν, θυμήθηκε το «ραβασάκι» του Μάριου. Διάφορες σκέψεις πήγαιναν κι ερχόντουσαν. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δεν ήταν συνηθισμένη στα αυθόρμητα. Κι όμως ήθελε να πάει. Αυτά που την εμπόδιζαν ήταν πολύ μικρά για να την κρατήσουν μακριά. Έτσι, άφησε την μέρα να κυλήσει, κάνοντας δουλειές και σκαλίζοντας τον κήπο, χωρίς να νιώθει άσχημα που αποφάσισε να πάει στο μυστηριώδες ραντεβού.
Το βράδυ έβαλε το τζιν της, τα αγαπημένα της all star κι ένα άσπρο μπλουζάκι. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα του άφηνε τα περιθώρια να σκεφτεί ότι «στολίστηκε» γι’ αυτό το ραντεβού. Και τι στο καλό εννοούσε με αυτήν την βόλτα; Η περιέργεια την έτρωγε. Γύρω στις 9 και μισή ξεκίνησε να πάει στον σταθμό του μετρό.
Αφού έφτασε, ανέβηκε τις σκάλες που βγάζουν στην πλατεία. Ο κόμπος είχε διαλυθεί αλλά είχε πάρει άλλη μορφή, πιο ανάλαφρη. Τον ένιωθε σαν πετάρισμα γλυκό σε κάθε βήμα. Πριν καλά καλά προλάβει να δει την πλατεία στο τελείωμα της σκάλας, ένιωσε δυο χέρια να πιάνουν τα δικά της.
«Ήρθες τελικά.» άκουσε την φωνή του να της λέει. Απέφυγε να τον κοιτάξει απευθείας στα μάτια από φόβο μήπως κοκκινίσει.
Έγνεψε με το κεφάλι.
«Έλα, πρέπει να βιαστούμε» και την πήρε από το χέρι λες και το ΄χε ξανακάνει. Ο δισταγμός της είχε διαλυθεί. Δεν την ενδιέφερε τι θα γινόταν, το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βλέπει τα μάτια του και να νιώθει τα χέρια του πλεγμένα στα δικά της. Τον ένιωθε οικείο από χρόνια. Μόνο που τώρα το ανακάλυπτε.
Ανέβηκαν την Πατησίων κι έστριψαν σ’ένα στενό πεζόδρομο. Λίγα μέτρα πιο κάτω ο Μάριος της έκανε νόημα πως φτάσανε. Κατέβηκαν κάτι αφιλόξενα σκαλιά και φτάσαν σε μια ξύλινη πόρτα, απ’αυτές που έχουν σιδεριές καλλιτεχνημένες με μεράκι. Ο Μάριος ξεκλείδωσε και της έκανε χώρο να περάσει.
Αυτά που τότε αντίκρισαν τα μάτια της σ’ εκείνο το αχανές υπόγειο δεν περιγράφονται με λέξεις.. Μυρωδιές αναμεικτες την περιστοίχησαν. Ευωδίες από γιασεμί, βασιλικό και τριαντάφυλλο εισχώρησαν γλυκά στους πνεύμονές της. Μια θάλασσα πλατιά απλωνόταν γύρω γύρω και μπροστά της μια βάρκα αληθινή που έφερε τ’ όνομά της (ΜΑΡΙΛΟΥ) άραζε περήφανα στο τεχνητό «ακρογιάλι». Ένας κήπος δίπλα στη θάλασσα με ελιές άλλα δέντρα, τουλίπες και κάθε λογής λουλούδι απλωνόταν περίτεχνα ανάμεσά τους. Οι αισθήσεις μοναχά μπορούν να επαληθεύσουν αυτά που ένιωσε το νεαρό κορίτσι εκείνη τη στιγμή.
Η Μαριλού τότε άρχισε να κλαίει, τα δάκρυα έφευγαν αθέλητα και της έβρεχαν τα μάγουλα. Ο Μάριος την αγκάλιασε σφιχτά και την θρόνιασε στην αγκαλιά του.
«Είσαι έτοιμη να φύγουμε;» Την ρώτησε.
Η Μαριλού τα έχασε και πάλι. «Πού να πάμε;» Οι σκέψεις της εναλλάσσονταν γρήγορα πλέον. «Μόλις ήρθαμε. Δεν θέλω να φύγω από εδώ.» Ένιωθε βυθισμένη στα πλούτη όλου του κόσμου. Ένιωθε γεμάτη. Ένα κύμα συγκίνησης και ανείπωτης χαράς την είχε συνεπάρει.
Βάλθηκε να της εξηγήσει πως όλα όσα υπήρχαν εδώ μέσα τα είχαν ετοιμάσει για κάποιες θεατρικές παραστάσεις μαζί με τον φίλο του Αλέξανδρο.Δεν ήταν το πως τα είχαν φτιάξει, αλλά ο τρόπος που τα είχαν συνδυάσει σ'εκείνο το άλλοτε έρημο υπόγειο.Η Μαριλού έμεινε μαγεμένη να κοιτάζει σαν να είχε αντικρύσει την δικιά της Χώρα των Θαυμάτων.
Εκεί που ήταν φιλοτεχνημένη η θάλασσα, από πάνω υπήρχε ένα πανό -και αυτό ραμμένο περιμετρικά- ζωγραφισμένο ως άλλος ουρανός. Ένας όμορφος και καθαρός ουρανός, που σαν τον κοίταζες καλύτερα, έλεγες πως θέλεις να πετάξεις.
Με μιας ο Μάριος τράβηξε ένα σχοινί για να ξεπροβάλλουν αμέτρητα αστέρια που λαμπύριζαν ανέμελα. Το φεγγάρι ήρθε και αυτό να κουρνιάσει στη παρέα τους. Είχε σχήμα ακαθόριστο, πλην όμως έφεγγε με τόλμη.
«Βόλτα στα αστέρια ήθελα να σε πάω Μαριλού… Και χαίρομαι που μου έδωσες αυτήν την ευκαιρία..»Χαμήλωσε το κεφάλι και με μιας το βλέμμα του σαν να φώτισε μέσα στο σκοτάδι.
Η Μαριλού γύρισε στο μέρος του, πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της και τον φίλησε απαλά στα χείλη. Ξάπλωσαν στην βάρκα και ο Μάριος άρχισε με παραμυθένιες λέξεις να της εξηγεί τους ποικίλους αστερισμούς.
Έμειναν όλη νύχτα αγκαλιασμένοι να συζητούν και να απολαμβάνουν το ταξίδι τους, αμέριμνοι και πιο ζωντανοί από ποτέ. Δεν θα ήταν ποτέ ξανά οι ίδιοι.
Μέσα στην ησυχία της μαγικής εκείνης νύχτας κάπου στο βάθος ακουγόταν:
“…Voyage, voyage
Το βράδυ έβαλε το τζιν της, τα αγαπημένα της all star κι ένα άσπρο μπλουζάκι. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα του άφηνε τα περιθώρια να σκεφτεί ότι «στολίστηκε» γι’ αυτό το ραντεβού. Και τι στο καλό εννοούσε με αυτήν την βόλτα; Η περιέργεια την έτρωγε. Γύρω στις 9 και μισή ξεκίνησε να πάει στον σταθμό του μετρό.
Αφού έφτασε, ανέβηκε τις σκάλες που βγάζουν στην πλατεία. Ο κόμπος είχε διαλυθεί αλλά είχε πάρει άλλη μορφή, πιο ανάλαφρη. Τον ένιωθε σαν πετάρισμα γλυκό σε κάθε βήμα. Πριν καλά καλά προλάβει να δει την πλατεία στο τελείωμα της σκάλας, ένιωσε δυο χέρια να πιάνουν τα δικά της.
«Ήρθες τελικά.» άκουσε την φωνή του να της λέει. Απέφυγε να τον κοιτάξει απευθείας στα μάτια από φόβο μήπως κοκκινίσει.
Έγνεψε με το κεφάλι.
«Έλα, πρέπει να βιαστούμε» και την πήρε από το χέρι λες και το ΄χε ξανακάνει. Ο δισταγμός της είχε διαλυθεί. Δεν την ενδιέφερε τι θα γινόταν, το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βλέπει τα μάτια του και να νιώθει τα χέρια του πλεγμένα στα δικά της. Τον ένιωθε οικείο από χρόνια. Μόνο που τώρα το ανακάλυπτε.
Ανέβηκαν την Πατησίων κι έστριψαν σ’ένα στενό πεζόδρομο. Λίγα μέτρα πιο κάτω ο Μάριος της έκανε νόημα πως φτάσανε. Κατέβηκαν κάτι αφιλόξενα σκαλιά και φτάσαν σε μια ξύλινη πόρτα, απ’αυτές που έχουν σιδεριές καλλιτεχνημένες με μεράκι. Ο Μάριος ξεκλείδωσε και της έκανε χώρο να περάσει.
Αυτά που τότε αντίκρισαν τα μάτια της σ’ εκείνο το αχανές υπόγειο δεν περιγράφονται με λέξεις.. Μυρωδιές αναμεικτες την περιστοίχησαν. Ευωδίες από γιασεμί, βασιλικό και τριαντάφυλλο εισχώρησαν γλυκά στους πνεύμονές της. Μια θάλασσα πλατιά απλωνόταν γύρω γύρω και μπροστά της μια βάρκα αληθινή που έφερε τ’ όνομά της (ΜΑΡΙΛΟΥ) άραζε περήφανα στο τεχνητό «ακρογιάλι». Ένας κήπος δίπλα στη θάλασσα με ελιές άλλα δέντρα, τουλίπες και κάθε λογής λουλούδι απλωνόταν περίτεχνα ανάμεσά τους. Οι αισθήσεις μοναχά μπορούν να επαληθεύσουν αυτά που ένιωσε το νεαρό κορίτσι εκείνη τη στιγμή.
Η Μαριλού τότε άρχισε να κλαίει, τα δάκρυα έφευγαν αθέλητα και της έβρεχαν τα μάγουλα. Ο Μάριος την αγκάλιασε σφιχτά και την θρόνιασε στην αγκαλιά του.
«Είσαι έτοιμη να φύγουμε;» Την ρώτησε.
Η Μαριλού τα έχασε και πάλι. «Πού να πάμε;» Οι σκέψεις της εναλλάσσονταν γρήγορα πλέον. «Μόλις ήρθαμε. Δεν θέλω να φύγω από εδώ.» Ένιωθε βυθισμένη στα πλούτη όλου του κόσμου. Ένιωθε γεμάτη. Ένα κύμα συγκίνησης και ανείπωτης χαράς την είχε συνεπάρει.
Βάλθηκε να της εξηγήσει πως όλα όσα υπήρχαν εδώ μέσα τα είχαν ετοιμάσει για κάποιες θεατρικές παραστάσεις μαζί με τον φίλο του Αλέξανδρο.Δεν ήταν το πως τα είχαν φτιάξει, αλλά ο τρόπος που τα είχαν συνδυάσει σ'εκείνο το άλλοτε έρημο υπόγειο.Η Μαριλού έμεινε μαγεμένη να κοιτάζει σαν να είχε αντικρύσει την δικιά της Χώρα των Θαυμάτων.
Εκεί που ήταν φιλοτεχνημένη η θάλασσα, από πάνω υπήρχε ένα πανό -και αυτό ραμμένο περιμετρικά- ζωγραφισμένο ως άλλος ουρανός. Ένας όμορφος και καθαρός ουρανός, που σαν τον κοίταζες καλύτερα, έλεγες πως θέλεις να πετάξεις.
Με μιας ο Μάριος τράβηξε ένα σχοινί για να ξεπροβάλλουν αμέτρητα αστέρια που λαμπύριζαν ανέμελα. Το φεγγάρι ήρθε και αυτό να κουρνιάσει στη παρέα τους. Είχε σχήμα ακαθόριστο, πλην όμως έφεγγε με τόλμη.
«Βόλτα στα αστέρια ήθελα να σε πάω Μαριλού… Και χαίρομαι που μου έδωσες αυτήν την ευκαιρία..»Χαμήλωσε το κεφάλι και με μιας το βλέμμα του σαν να φώτισε μέσα στο σκοτάδι.
Η Μαριλού γύρισε στο μέρος του, πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της και τον φίλησε απαλά στα χείλη. Ξάπλωσαν στην βάρκα και ο Μάριος άρχισε με παραμυθένιες λέξεις να της εξηγεί τους ποικίλους αστερισμούς.
Έμειναν όλη νύχτα αγκαλιασμένοι να συζητούν και να απολαμβάνουν το ταξίδι τους, αμέριμνοι και πιο ζωντανοί από ποτέ. Δεν θα ήταν ποτέ ξανά οι ίδιοι.
Μέσα στην ησυχία της μαγικής εκείνης νύχτας κάπου στο βάθος ακουγόταν:
“…Voyage, voyage
Plus loin que la nuit et le jour, voyage voyage
Dans l'espace inouο de l'amour.
Voyage, voyage
Sur l'eau sacrιe d'un fleuve indien,
voyage voyage
Voyage voyage
Et jamais ne revient.”
Σχόλια