
Το απόμακρο κλάμα ενός σκύλου την έκανε να ανοίξει τα βλέφαρά της. Πρώτα είδε ένα ταβάνι, λευκό με φανερές πληγές από την ανεπιθύμητη υγρασία. Το λευκό είχε πια διαβρώσει κι είχε χάσει την αθωότητά του. Κίτρινο ήταν με γκρίζες αποχρώσεις που πρόδιδαν ότι οι τοίχοι είχαν καιρό να βαφτούν. Ένα νοσοκομειακό κομοδίνο στ’ αριστερά της και κλειστά παραθυρόφυλλα πιο πέρα. Τι μέρα ήταν άραγε; Έκανε να σηκωθεί, μα το στομάχι της διαφώνησε και την δίπλωσε στα δύο με έναν οξύ πόνο. Τότε είδε στα δεξιά της ένα κρεβάτι, από αυτά τα σιδερένια πολυχρησιμοποιημένα που κρατούν μια μανιβέλα στο από κάτω μέρος για να σηκώνεις το προσκέφαλο. Μια γυναίκα δεμένη κοιμόταν εκεί. Η Μαριλού ένιωσε το αίμα στις φλέβες της να παγώνει. Η θλίψη την περιτύλιγε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. «Πώς βρέθηκα εδώ, πού είμαι; Τι είναι αυτό το μέρος;» Σηκώθηκε από το κρεβάτι στις μύτες των ποδιών και κίνησε προς την βαριά πόρτα. Μια χοντρή κυρία ντυμένη με μια λευκή ποδιά πρόλαβε να την ανοίξει. Η Μαριλού έβγαλε μια μικρή τσιρίδα από την τρομάρα της.
«Γιατί δεν είστε στο κρεβάτι σας δεσποινίς; Δεν έχετε αρκετές δυνάμεις για να κόβετε βόλτες στους διαδρόμους!!είπε με επιληκτικό τόνο. «Παρακαλώ πολύ επιστρέψτε γρήγορα στο κρεβάτι »
Εκείνη είχε σταθεί μπροστά της με τα μεγάλα της καστανά μάτια και την κοίταζε επίμονα. Είχε ορθώσει και το ανάστημα της για να αντιμετωπίσει την χοντρή. Μετά από 10 δευτερόλεπτα σιγής το κορίτσι είπε: «Βρίσκομαι σε ψυχιατρείο;» Τα λόγια έπεσαν στην ησυχία του δωματίου σαν κατάρα. Η νοσοκόμα δεν πίστευε στ’ αφτιά της. «όχι σε Λούνα Παρκ είσαι κι είπαμε να σε βάλουμε για νάνι!! Τι λες κοπέλα μου; Να φωνάξω τον γιατρό να σε δει ; Φαίνεσαι σαν να μην θυμάσαι τίποτα και δεν μου αρέσει καθόλου αυτό!!Μα καθόλου…» Ο τόνος της ήταν αποκρουστικός. Η Μαριλού ανατρίχιασε. Επέστρεψε στο κρεβάτι χωρίς να αντιμιλήσει ξανά και προσπάθησε να θυμηθεί…Κοίταζε επίμονα το ημερολόγιο στον τοίχο του δωματίου και πίεζε το μυαλό της να σκεφτεί. Το πρώτο κύμα πανικού διαδεχόταν το άλλο. Ο φόβος την είχε καθηλώσει ασάλευτη και διπλωμένη σαν έμβρυο σε μήτρα.
Μέχρι να ξημερώσει δεν κατάφερε να ξανακοιμηθεί. Περίμενε υπομονετικά να δει τι θα συνέβαινε. Γύρω στις 8 η νοσοκόμα ξύπνησε την διπλανή της και τους είπε να ντυθούν και να κατέβουν στη τραπεζαρία. Η κοπέλα που μοιράζονταν το δωμάτιο δεν φαινόταν να επικοινωνεί με αυτόν τον κόσμο. Είχε ένα απλανές βλέμμα και κινούνταν δειλά μέσα στον χώρο με σκοπό να βρεί τα ρούχα της. Η Μαριλού ήθελε ξαφνικά να κλάψει με όλη της τη δύναμη και να αφήσει τα αναφιλητά της να την απαλύνουν από το αβάσταχτο βάρος της στεναχωριας που ένιωθε. Κάθησε καταμεσής στο πάτωμα και οι λυγμοί της παραλίγο να την πνίξουν. Αμέσως συνειδητοποίησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ένα κύμα αποφασιστικότητας και θάρρους την έκαναν να σταθεί γρήγορα στα πόδια της και να ντυθεί εσπευσμένα με μια μπλε ρόμπα που βρήκε κάτω από το κρεβάτι. Έτρεξε στον διάδρομο κοιτάζοντας τα ταμπελλάκια στις πόρτες. Σταμάτησε μπροστά σε μια η οποία διέφερε από τις άλλες. ήΤαν γαλάζια και η επιγραφή έλεγε: Κ. Λεοντόκαρδος- Διευθυντής ψυχιατρικού Τομέα. Η νεαρή κοπέλα έπιασε το σιδερένιο πόμολο με τα ζεστά της χέρια και έσπρωξε την πόρτα. Ένας μεσόκοπος ψηλός άντρας με γκρίζους κροτάφους σάστισε στο θέαμά της.
«Δεσποινίς Κρουσταλλάκη!!»
Η Μαριλού έμεινε να τον κοιτάζει. Η νοσοκόμα δίπλα του,, του ψιθύρισε στ’αφτί κι εκείνος την κοίταξε με ένα επικριτικό βλέμμα. «Θα ήθελα να πας να δεις τον κύριο Γιαννέλη στον θάλαμο 8 Βένια, σ’ευχαριστώ.» Η Βένια έριξε μια αποδοκιμαστική ματιά στην κοπέλα και έφυγε από το γραφείο βροντώντας την πόρτα επιδεικτικά.
«Και τώρα θα ήθελα να καθήσετε δεσποινίς.»
«Δεν θέλω να καθήσω!» του αντέτεινε εκείνη. «Θέλω να μάθω πού βρίσκομαι και για ποιο λόγο είμαι εδώ» Τα μάτια της είχαν πάρει φωτιά. Ο θυμός της ταρακουνούσε όλο της το κορμί. «Δεν θυμάσαι τίποτα; Έτσι δεν είναι;»
Εκείνη έγνεψε με το κεφάλι της πως όχι.
«πριν ένα περίπου μήνα εισήχθης στην κλινική με σοβαρό ψυχωσικό επεισόδιο» «Σε υποβάλλαμε αμέσως σε θεραπεία και τις επόμενες μέρες που ακολούθησαν ήσουν κατατονική, δεν μιλούσες , ούτε έκανες οτιδήποτε άλλο..» Ο γιατρός την κοιτούσε με ένα βλέμμα που φανέρωνε συμπάθεια.
Η κοπέλα ξεροκατάπιε. «Και..και πώς εξηγείτε την απώλεια της πρόσφατης μνήμης μου; Εννοώ θυμάμαι πώς με λένε και από πού προέρχομαι, μα στα πρόσφατα γεγονότα δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να θυμηθώ.»
Πριν προλάβει καν να αρχίσει την φράση του ο διευθυντής τον έκοψε με άγχος: « Μπορώ να φύγω;»
«Όχι Μαριλού. Η θεραπεία πρέπει να τελειώσει και πρέπει να σε υποβάλλουμε έπειτα σε νέες εξετάσεις που θα μας δώσουν έναν γνώμονα για το τι πρέπει να κάνουμε από δω και πέρα.» Εκείνη έφερε στα χέρια της το πρόσωπό της κι έκλαψε ξανά, ξαφνιασμένη και η ίδια από αυτήν της την εκδήλωση μπροστά σε ξένον άνθρωπο. Ο γιατρός την βοήθησε να σηκωθεί από την θέση και την συμβούλεψε να πάει μια βόλτα στον υπέροχο κήπο και να μην στεναχωριέται. Η μέρα λέει ήταν θαυμάσια μιας και είχε δροσίσει λίγο, πράγμα σπάνιο για Αύγουστο μήνα. Τα τελευταία λόγια του την πάγωσαν ξανά..
Σχόλια