
Η δροσιά του πρωινού γλυστρά μέσα από το αλουμινένιο παντζούρι.
Κι όμως είναι πιο αργά απ’ ότι νομίζεις. Πριν λίγα λεπτά σκεφτόσουν οτι θα σηκωθείς να βάλεις μια τάξη και να εξουδετερώσεις την σκόνη που κυκλοφορεί ανενόχλητη σε όλο το σπίτι, θαμπώνοντας τα πράγματα.
Σηκώθηκες όμως και η απάθειά σου σε κερδίζει. Πάνε τα όνειρα για καλογυαλισμένα τζάμια και αστραφτερά πατώματα.
Εισπνέεις. Έναν ωραίο Λουμίδη ζητάς. Με δύο κουταλιές καφέ και αντίστοιχες ζάχαρη. Για να σκοτώσεις την πικρία του πρωϊνού. Οκ. Παρακοιμήθηκες. Έχασες δυό ώρες παραπάνω από αυτήν την λαμπερή μέρα. Το κουνέλι χοροπηδά χαρούμενο, αφού ξέρει ότι επόμενη κίνηση είναι να του ανοίξεις την πόρτα να ξεχυθεί στην κουζίνα και να τα κάνει μαντάρα. Μια αίσθηση κυνισμού σήμερα. Και ρεαλισμού.
Απογοητευτική Παρασκευή. Σάββατο πρωί. Νέα μέρα. Νιώσε καλύτερα. Λίγα κορν φλέικς με γάλα πάντα φτιάχνουν την διάθεση. Η θέση στο ψυγείο κενή. Γάλα τέλος.
- μην μου τρως την σαγιονάρα, Νέλλο σταμάτα!
Όρεξη για παιχνίδια έχει. Εγώ πάλι όχι. Μόνη σε 75 τετραγωνικά. Πατάω το στρογγυλό κουμπί που με συνδέει με τον εικονικό μου κόσμο για να έχω παρέα για τον καφέ. To Desktop εμφανίζει δεκάδες εικονίδια. Ακαταστασία κι εδώ. Παντού χάος. Μέσα και έξω. Πρέπει να βάλω μια σειρά. Μια τάξη. Εργασία ατελείωτη. Σημειώσεις παντού σκορπισμένες δεξιά και αριστερά στο κόκκινο δωμάτιο. Γαμώτο. Έξω πρέπει να βγεις. Βόλτα στα μαγαζιά. Θα τρελαθείς εδώ μέσα. Έξω ο ήλιος να λάμπει κι εσύ να μαραζώνεις χωρίς λόγο. Για καφέ. Με ποιόν όμως; Δεκάδες τα ονόματα στις επαφές σου. Κάποιον κοντινό. Κάποιον οικείο βρες.
Σου λείπει η A. Σου λείπει τόσο πολύ ο Φρεντοτσίνο στη Reverso και τα πρησμένα λαμπερά της μάτια από τον ύπνο. Σου λείπει η ενέργειά της και η αποφασιστικότητα της.Η ζωντάνια στα γέλια μας. Η αυθεντικότητά μας. Η ζαλάδα που σου προκαλεί από την ταχύτητα που προφέρει τις λέξεις. Ο τρόπος που βλέπει τον Κόσμο.Η συγγένεια σου λείπει. Να νιώσεις την οικειότητα να ζεσταίνει τα σωθικά σου. Δύσκολες στιγμές περνά εκείνη κι εσύ μακριά της ξανά-πάντα. Χιλιόμετρα πολλά μακριά. Φόβος να τα διασχίσεις από αέρα. Φόβος να μείνεις εδώ. Να ξεμείνεις εδώ.
Τελικά βρίσκεις την Δ. Όχι ακριβώς αυτό που θες, αλλά συμβιβάζεσαι.
Ντύνεσαι σαν κρεμμύδι με ένα τζιν που φάρδυνε πια και δυο τσαλακωμένες μπλούζες. Αμάν, πάλι δεν σιδέρωσες. Ποτέ δεν θα γίνεις νοικοκυρά. Ούτε κυρία με τα All Star τα κόκκινα που φοράς. Δε πειράζει. Τσαλακωμένη, αυτή είμαι. Πολλή η ζέστη έξω. Μετάνιωσες που έβαλες αυτά τα ρούχα. Ποιος ο λόγος; Πολύ βαριά για 15 Σεπτέμβρη. Μη σε νοιάζει. Όλα βαριά είναι αυτές τις μέρες. Ασήκωτα.
Κόσμος πολύς ξεχυμένος στους δρόμους να χαζεύει τις βιτρίνες άλλοτε σταματημένος, άλλοτε περπατώντας. Όχι πολυκοσμία, όχι τώρα. Θες ο δεύτερος καφές να είναι φρέντο μέτριος. Χωρίς πολλή βαβούρα. Χωρίς πολύπλοκες προτάσεις.
Απλά και όμορφα. Η Δ. έχει προβλήματα. Ξανά τα ακούς. Ξανά την συμβουλεύεις. Ο σερβιτόρος αργεί. Πολύ βαρύς ο καφές. Λίγη κανέλα παρακαλώ. Αυτή γλυκαίνει τα πράγματα. Η Δ. σε κοιτάει με τα τεράστια καστανά της μάτια, το αψεγάδιαστο πρόσωπο και μιλάει τόσο χαμηλόφωνα που με δυσκολία μπορείς να συγκεντρωθείς. Πιο καθαρά ακούς τον πίσω που περιγράφει τον χθεσινό αγώνα μπάσκετ της εθνικής περιχαρής παρά την αγωνία της Δ.
Πάρε τον ρόλο σου. Μην είσαι αγενής. Συγκεντρώσου. Κάτι μουρμουράς για την ζωή που είναι ωραία αλλά δεν εννοούμε να το δούμε. Είκοσι εφτά χρονών μουλάρες να παραπονιόσαστε. Όλα σας φταίνε. Όλα τα θέλετε. Τίποτα δεν φτάνει. Όχι. Τέλος αυτό το παραμύθι. Βαρέθηκες την μιζέρια. Το λες δυνατά. Γελάει. Δίκιο έχεις σου λέει.
Χτες πέθανε ο παππούς της Α. Σήμερα είναι η κηδεία. Δεν έβρισκε εισιτήρια λόγω εκλογών. Τα τελευταία χρόνια όταν πήγαινες σπίτι πάντα σου μιλούσε ο Παππούς στον πληθυντικό και σου πρόσφερε τσιγάρο ή whiskey. Δεν θυμάσαι πόσες γλώσσες μιλούσε. Γελούσατε πολύ μαζί του. Έζησε πολύ. Δεν φτάνει. Ενενήντα Τέσσερα χρόνια. Παιδιά, Εγγόνια, Δισέγγονα. Και του άρεσε η Πάνια. Όταν έπαιζε η εκπομπή της, δεν επιτρεπόταν να μιλάει κανείς. Και η γιαγιά του έκανε μούτρα, μετά από τόσα χρόνια συμβίωσης και αγάπης. Τον ζήλευε. Αδιανόητο. Θα σου λείψουν τα γενέθλια του στις 27 Ιουλίου. Κι όμως, τώρα δεν θα ταλαιπωρείται από κανέναν πόνο στις αρθρώσεις. Ανάλαφρος θα είναι. Ευτυχισμένος. Διστάζεις να της τηλεφωνήσεις, γιατί δεν θα αντέξεις να ακούσεις το σπάσιμο της φωνής.Θα σπάσεις κι εσύ. Δεν έχει νόημα να κλαίτε κι οι δύο. Κάποιος πρέπει να είναι δυνατός. Κοιτάς το ρολόι.
Ωχ, Δ. μου πρεπει να φύγω. Κι εγώ σου λέει.
Νωχελικά τα βήματα. Κόπασε η ενέργεια ξανά. Ανεβαίνεις τις σκάλες. Απέναντι η πόρτα διάπλατα ανοιχτή. Χρώμα μυρίζει. Πορτοκαλί το έβαψε. Χαμογελάς.
Γυρνάς το κλειδί. Το σπίτι ζεστό με ανθρώπινη παρουσία. Γύρισε χαρούμενος από τη δουλειά. Χαμογελάς.
-Τι να φτιάξω να φάμε; του λες.
Σχόλια
το κειμενο αυτό με άγγιξε βαθιά εξαιτίας της κοινότητας των ανθρώπων, στην οποια συμμετέχουμε όλοι ανεξαιρέτως.. Και τώρα που τα κατάφερα σχολιασα.!!!γιούχου