Grandma


Μπαίνοντας στο δωμάτιο της γιαγιάς με υποδέχεται η μυρωδιά του «αποστειρωμένου». Την βλέπω εκεί να κείτεται, μια χούφτα άνθρωπος ,να με κοιτάει με παράπονο. Σκύβω επάνω της, της χαϊδεύω τα τραχιά μαλλιά και της δίνω ένα φιλί στο μέτωπο. Ταυτόχρονα τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα, άθελά μου.

«Στην δουλειά ήσουνα καμάρι μου;» την ακούω να μου λέει.
Κάνω πως απαντάω αφού ούτως ή άλλως δεν ακούει τίποτα.

«Ναι, είσαι κουρασμένη, φαίνεσαι Μαράκι μου».
Τα μεσημεριανά στην τηλεόραση δίνουν ρεσιτάλ για κάποια νέα περιπέτεια της Βίσση. Η καμαρά της αγνώριστη. Από τότε που πήραμε την «εσωτερική» κοπέλα από τη Ρωσία άλλαξαν όλα εδώ μέσα. Η Ρωσίδα έφερε τα πάνω κάτω. Τέτοιες δόξες καθαριότητας είχε καιρό να δει το δωμάτιο. Ο μπαμπάς ξήλωσε τα παλιά μουχλιασμένα ντουλάπια και έβαλε καινούργια. Είναι πολύ ψηλά και γκρίζα. Απρόσωπα. Ξένα. Την βλέπω να την ταϊζει κάποιο είδος πολτού λαχανικών και με πιάνει η καρδιά μου. Την αναγκάζει να ανοίξει το μικρό της στόμα και βάζει με μένος μέσα το κουτάλι. Η γιαγιά με κοιτάει και μου σφίγγει το χέρι.

«Δεν θέλει άλλο βρε Νέλλη. Μην την πιέζεις!»
«Γκιαγκιά πρέπει φάει. Ζε λίγκο μπάλι πεινάει»

Η Μαρίτσα με ρωτάει αν θα περάσει ο γιατρός. Νομίζει ότι είναι στο νοσοκομείο.
«Ναι γιαγιά σε λίγο».

Παρατηρώ το γερασμένο πρόσωπο. Οι ρυτίδες ίδιες όπως πάντα να αναδιπλώνουν το λευκό της δέρμα. Τα λευκά (όχι ολόλευκα) μαλλιά είναι τόσο κοντοκομμένα που συναγωνίζονται την κόμη του στρατού. Της πιάνω το χέρι. Μου το σφίγγει. Το κρατά με τόση δύναμη και το σκεπάζει με το άλλο. Ο καρπός της έγινε μισός από τον δικό μου. Η γιαγιά πάντα είχε θρεμμένους καρπούς. Όλα θρεμμένα ήταν πάνω της. Πάντα με μάλωνε που δεν έτρωγα το κρέας. Πάντα μου φώναζε να τρώω. Η ίδια πια, ούτε να σηκωθεί δεν θέλει. Αρνείται κάθε μετακίνηση. Κουράστηκε πια. Τόσα χιλιόμετρα διέσχιζε με τα πόδια.

«ΤΡΕΙΣ αυτοκτονήσανε για αυτά τα πόδια Μαρία μου! Ο ένας εργοστασιάρχης απ’ τα Αγρίνιο! Εμένα όμως μ’ έκλεψε ο παππούς σου. Τ’ακούς ; τ’ακούω να λες. Η γιαγιά σου φύσαγε στα νιάτα της! Έτσι κι εσύ, έχεις πάρει από μένα! Το περπάτημά μου! Από μένα πήρες!»

Πριν δυο χρόνια, δεν σ’ άφηνε ν’αρθρώσεις λέξη. Σεργιάνιζε στις φιλενάδες για καφέ και για κους-κους μέχρι το βράδυ. Έβαζε το καπελάκι της για τον ήλιο και ούτε που την προλάβαινε το μάτι σου. Χανόταν στα σοκάκια της γειτονιάς. Τα καλοκαίρια είχε πλάκα. Σηκωνόταν από τις 6.00 το πρωί και εξαφανιζόταν με το πούλμαν για μπάνιο. Εξαφανιζόταν μέρες ολόκληρες. Όταν την έβλεπα με ρώταγε ανταγωνιστικά πόσα μπάνια έκανα φέτος. Σπίθες έβγαζαν τα μάτια της. Μέχρι που έσπασε η λεκάνη της. Στο σκαλοπάτι που βγάζει στην αυλή.

Τώρα πια είναι μέρες που κανέναν δεν αναγνωρίζει. Σε κοιτάει με βλέμμα κουρασμένο. Άλλοτε πάλι την πιάνει η τσαχπινιά της.
«Πώς το έκανες έτσι το μαλλίσου; Άπαπα, καθόλου δεν μ’αρέσει!»
Συχνά-πυκνά με ρωτάει κι αν παντρεύτηκα. Γελάω και της λέω:
«Μα θα παντρευτώ χωρίς να σου το πω; Χωρίς να σε καλέσω; Τι λες μωρέ ζουζού;»

Ο μπαμπάς , περνά κάθε μεσημέρι και την βλέπει. Τον βλέπω πόσο υποφέρει. Τα μάτια του υγραίνουν και την καλοπιάνει με γλυκόλογα. Την σκεπάζει κι ύστερα την γυρίζει στο πλευρό να κοιμηθεί. Το βήμα του βαραίνει καθώς βγαίνει στην αυλή. Κάποτε ντρεπότανε γι’αυτήν. Μάτωνε το κεφάλι του να ξεφύγει από κοντά της. Τώρα το μόνο που θέλει είναι να μην υποφέρει η μάνα του, να την χαζεύει καθώς χαμογελάει και να την προσέχει. Έτσι τα φέρνει τούμπα η ζωή. .

Σχόλια