Αποχαιρετισμός

Μεσημεριανή ησυχία.

Ένα πιάνο παίζει στα ηχεία. Η μπουγάδα ανεμίζει περίτρανα στο νότιο αεράκι που σηκώθηκε πριν λίγο. Σ’έχει καταλάβει μια ανυπομονησία θρασύτατη. Μάτια κουρασμένα απ’το άδοξο ξενύχτι. Μπροστά σου αραδιασμένη η Ύλη που δεν βγήκε ποτέ. Σε μια γωνιά κάθονται κι οι Σκέψεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Κουλουριασμένα χειρόγραφα πεταμένα σκόρπια στις σκοτεινές σου τσάντες. Λέξεις κλειδωμένες πίσω από τις πόρτες ενός πόθου. Δεν τολμάς να τις βγάλεις από κει. Θαμμένες θα είναι πιο ασφαλείς. Θα ομορφαίνουν με το πέρασμα του χρόνου.

Πολύχρωμα stabilo φαίνεται να σε περιγελούν. Εύχεσαι να μπορούσες να χρωματίσεις και τις ξεθωριασμένες απουσίες. Να ‘σαι ξανά στα πρόθυρα της γλυκιάς μελαγχολίας. Δεν μπορείς ν’ αντισταθείς. Δεν θέλεις; Έστω. Τίποτα δεν σου φαίνεται ολόκληρο. Όλα μισά τα βλέπεις. Ταλέντο μεγάλο. Πόσο ειρωνικό ηχεί κι αυτό στην εσωτερική φωνή σου. Μια φωνή που δεν κουράζεται ν’αρθρώνει λεκτικά σχήματα. Αέναη φαίνεται να είναι. Ειδικά τις ώρες που σκοτεινιάζει την ματιά σου. Τις ώρες που η ταχύτητα της αλληλουχίας υπερτερεί της ηρεμίας. Διαδέχονται οι σκέψεις η μια την άλλη. Σε κοροϊδεύουν. Εσένα, ναι.

Να κι η μοναξιά. Δέσμια των μαύρων διαδόχων. Δυσνόητη για όλους. Ατάραχη και άτρωτη όπως είναι, καλπάζει ακατάπαυστα προς τα ενδόμυχα στενά σου. Σοκάκια δαιδαλώδη. Λαβύρινθος περίτεχνα κατασκευασμένος . Οι λυχνίες έχουν σβήσει απόψε. Όλα τα μαγαζιά κλειστά. Υγρό σκοτάδι πλανάται. Θυμωμένες μορφές στο πέρασμά της. Τις αγνοεί. Σκοπεύει κάπου.

Που θέλει άραγε να φτάσει με αυτήν εδώ την μανιακή ορμή που την έχει κυριεύσει; Να φτάσει στην αλήθεια; Δεν υπάρχει αλήθεια.

Να βυθιστεί ζητά. Το ξέρω πια καλά. Από κει την πήρε την ορμή της. Βούλιαξε μοναξιά μου κι αποχαιρέτα τον κόσμο τούτο. Σε συγχωρώ. Δεν μετανιώνω. Ποτέ ξανά. Στο υπόσχομαι. Αντίο.

Σχόλια