Η Μαριλού στον μεγάλο Μονόδρομο


Τα βήματα της αντηχούσαν απαλά μέσα στην ησυχία της αυγής. Απρόσμενοι επισκέπτες είχαν βγει να εξερευνήσουν το βρεγμένο χώμα. Σαλιγκαράκια που χάραζαν μια πολύχρωμη πορεία και περίεργοι σκίουροι που αναζητούσαν τροφή.Οι φυλλωσιές πιο πυκνές από ποτέ έκρυβαν την απειροελάχιστη δεσμίδα φωτός που ανάδευε. Της άρεσε να περπατάει στη βροχή. Το μουλιασμένο χώμα με τις πλούσιες μυρωδιές του καθώς και την φρεσκάδα εκείνου του πρωϊνού δεν τ' αντάλλαζε με τίποτα στον κόσμο. Επιτέλους, η ώρα που θα εφτανε στον προορισμό της ήταν αναπάντεχα κοντά. H αποφασιστικότητά της θα ανταμοιβόταν.

Είχε περάσει ένας χρόνος από την μέρα που πήρε την απόφαση να φύγει. Ν'αφήσει πίσω τον Αρίστο, το νηπιαγωγείο,την παλιά μονοκατοικία που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά και όλα της τα οικεία. Μεγάλη απόφαση. Από αυτές που χωρίζουν το μυαλό από την καρδιά με συρματόπλεγμα. Η Μαριλού όμως τα είχε συνειδητοποιήσει όλα αυτά. Δεν φοβοταν πια. Ο φόβος της είχε πεθάνει την μέρα που έφυγε απο την κλινική. Έπρεπε να βρει τρόπο να σταθεί ξανά στα πόδια της, κι η ξεροκεφαλιά της ήταν καλός αρωγός σ'αυτην την προσπάθεια. Εκείνο το βράδυ, όταν το έβαλε στα πόδια από το νοσοκομείο, ήξερε πως ο κύκλος που μόνη της είχε χαράξει θα έκλεινε για πάντα. Και αυτη η παραδοχή κάθε άλλο παρά ευχάριστη της ήταν.

Τον Είχε συγχωρέσει. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.Η αγάπη της για τον Μάριο δεν μπορύσε να κρατήσει το βάρος του θυμού της. Εξάλλου ποιός τολμά να ισχυριστεί ότι αγαπά χωρίς να ξέρει να συγχωρεί; Μπορεί εκείνος να μην θέλησε ποτέ να μοιραστεί τη ζωή του μαζί της, μπορεί οι λίγες στιγμές που αγαπήθηκαν ν'αποτελούσαν ψευδαίσθηση πια, μα η Μαριλού ηξερε. Είναι ένα συναίσθημα απερίγραπτο ίσως και δυσνόητο για το τρίτο μάτι.

Ένα σακίδιο με τα απαραίτητα προς επιβίωση, το διαβατήριο και το βιβλιάριο της χρειάστηκαν μόνο για να πραγματοποιήσει την "ευχή" της. Ευχή δεν ήτανε, όχι. Δεν είχε φανταστεί ποτέ πως στα 25 της θα βρισκόταν σε "αυτή" τη κατάσταση. Εκείνη ήθελε παραδοσιακά πράγματα. Απλά μεν, παραδοσιακά δε. Δεν σκόπευε να αναλώσει τη ζωή της σε έρωτες και μακρύπνοα ταξίδια, πόσο μάλλον σε ψυχιατρικά κρεββάτια..

Κι όμως όσα έιχε ζήσει την οδηγούσαν σε αυτόν τον Μεγάλο Μονόδρομο. Έτσι τον αποκαλούσε όταν συνομιλούσε με τον εαυτό της. Έπρεπε να πάρει των ομματιών της και να φύγει μακριά. Όταν θα ένιωθε έτοιμη ίσως να γύριζε στην πατρίδα. Δεν την ένοιαζε και πολύ εδώ που τα λέμε μέχρι τώρα η Έννοια της πατρίδας. Ίσως και αυτό να άλλαζε.

Η Μαριλού ήλπιζε ν'αλλάξει τα μέσα της, χρωματίζοντας τα "έξω" της με αποχρώσεις πρωτόγνωρες σ'εκείνη.Αυτό μπορεί να την έσωζε.

Σχόλια