Η "Κυρία Νίτσα" είναι η συμμετοχή του Καραγάτση στον Α'λογοτεχνικό διαγωνισμό του περιοδικού Νέα Εστία. Με το διήγημα αυτό έλαβε μέρος στο διαγωνισμό, βραβεύτηκε με Α' έπαινο και δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Οι Θεότητες του Κοτύλου (έκδοση της "Νέας Εστίας", Ι.Δ. Κολλάρος 1929), μαζί με άλλα δώδεκα διηγήματα που είχαν διακριθεί στον διαγωνισμό.
"Ἡ πρώτη μου ἀγάπη ἦταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη ἀπὸ μένα, ἴσως καὶ πιὸ πολύ. Ἀμέσως θὰ φανταστεῖτε τὸ αἰώνιο εἰδύλλιο τοῦ ἀμούστακου ἐφήβου καὶ τῆς ὥριμης γυναίκας, ἢ μᾶλλον χήρας, γιὰ νὰ κυνηγήσω μὲ μεγαλύτερη ἐπιτυχία τὶς ὑπεκφυγὲς τῆς φαντασίας σας.
Λοιπόν, ὄχι. Ἡ πρώτη μου ἀγάπη, τὴν ἐποχὴ ποὺ τὴν ἀγάπησα, δὲν ἦταν παρὰ εἴκοσι χρονῶν. Ἐγὼ ἦμουν ὀκτώ.
Ἡ διαφορὰ τῆς ἡλικίας μας αὐτὴ καθαυτὴ δὲν θὰ ἦταν μεγάλη, ἂν οἱ ἀριθμοὶ τῶν χρόνων μου δὲν ἦσαν τόσο χαμηλά. Μὰ αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ὁ χρόνος ἦταν κάτι τι ἀνώτερο γιὰ μένα. Ἤξερα ὅτι ἦμουν ὀκτὼ χρονῶν, ἀλλὰ ἦμουν βέβαιος ὅτι αὐτὸ τὸ νούμερο ἦταν ἕνα συμβατικὸ σημεῖο πρὸς ταξινόμηση τῆς ἡλικίας μου, ἀπέναντι τῆς ἡλικίας τοῦ διπλανοῦ μου. Δὲν μποροῦσα ὄιμως νὰ ἐννοήσω ὅτι μόλις ὀκτὼ χρόνια ἔχουν περάσει ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶδα τὸ φῶς. Χωρὶς ἄλλο ἔπρεπε νὰ ζοῦσα πολὺ καιρό, εἴκοσι, τριάντα χρόνια, ξέρω καὶ γώ...
Ἂς μὴν πάρουν οἱ ὀπαδοὶ τῆς μετεμψύχωσης ἐπιχείρημα αὐτὴ τὴ χρονολογικὴ φαντασία τῆς ὁμίχλης τοῦ παιδικοῦ μου μυαλοῦ. Ἂς μὴν ψάξουν νὰ βροῦν ἐνστικτώδη ὑποσυνείδητα μιᾶς γερασμένης ψυχῆς ποὺ ἔζησε, καὶ ξαναζεῖ σὲ ἕνα νέο κορμί. Ἦταν ἄγνοια τῆς πραγματικότητας καὶ τίποτα παραπάνω. Γιατὶ ἂν εἶχα ζήσει ἄλλοτε, ἐδῶ καὶ καιρό, μ᾿ ὅλη τὴν προσωρινὴ μεταβατικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς μου, θὰ μοῦ ῾μενε κάποια ἀνάμνηση τῆς χαρᾶς τῆς ἐπίγειας ζωῆς, ὥστε νὰ μὴν ἔκανα τὸ λάθος νὰ ξαναγεννηθῶ.
Πολλοὶ ἴσως νὰ βροῦν ὅτι εἶχα πρόωρο ἐρωτικὴν ἀνάπτυξη. Τί πλάνη! Αἰσθηματικὴ δὲν ἀρνοῦμαι, μὰ ἐρωτικήν, ἀδύνατο. Καὶ ὅμως, ἂν ρίχναν μιὰ ματιὰ στὴν «Πρώτη ἀγάπη» τοῦ Κονδυλάκη, θὰ βλέπαν ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτα καινούργιο κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο. Καθένας ἀπὸ τὴν ἄχαρη ἀνατολὴ τῆς ζωῆς του κρύβει μέσα του σὲ ἐμβρυώδη κατάσταση τὴ libido. Ἀγαπάει εἴτε σὰν ἀσυνείδητος ἐραστής, εἴτε σὰν σύνθετος Οἰδίπους. Δὲν ἔχει ὅμως τὸ θάρρος στὴ δύση πιὰ τοῦ βίου του νὰ ἁπλώσει μπροστὰ στὸν κόσμο τὶς πρῶτες χλιαρὲς ἀχτίνες τοῦ ἥλιου του.
Τίποτε καινούργιο κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο, μὰ πολλὰ κρυφά.
Ἦταν ἕνα λευκὸ διάφανο ἀσθενικὸ κορίτσι, ἕνα ὄμορφο κορίτσι. Μιὰ δημιουργία τῆς φαντασίας τοῦ Μυσσέ, καὶ τῆς ρομαντικῆς πλειάδας. Μιὰ εἰκόνα τοῦ Γκρέζ, χωρὶς ἀφέλεια ὅμως. Κάτι πιὸ σύγχρονο. Αὐτὴ τὴ μορφὴ ἴσως τὴν βρεῖτε καὶ στὸν Φραπιὲ καὶ στὸν Μπαζέν. Ἡ Ρόζα τῆς «Maternelle» ἢ ἡ Νταβιντὲ Μπιρό; Ἦταν δασκάλα. Δασκάλα μου, γιὰ νὰ ἐννοούμαστε.
Ἐπήγαινα στὴν τρίτη τοῦ δημοτικοῦ, σ᾿ ἕνα μεικτὸ ἐπαρχιακὸ σχολεῖο. Ἡ μεγάλη αὐλή του μόνο στὶς γωνιὲς εἶχε λίγη χλόη τὴν ἄνοιξη. Δυὸ-τρεῖς ἀκακίες καὶ μερικὰ βρωμόδεντρα ἦταν τὸ μοναδικό της στολίδι. Τὸ χειμώνα τὸ νερὸ τῆς βρύσης πάγωνε, καὶ ἡ κρυσταλλιασμένη λάσπη ἔσπαζε κάτω ἀπὸ τὰ χοντρὰ παιδικὰ παπουτσάκια μας.
Ἡ κυρία Νίτσα -αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομα τῆς πρώτης δασκαλικῆς μου ἀγάπης -δὲν ἐρχότανε ποτὲ στὴν ὥρα της. Ἡ διευθύντρια ἔκλεινε τὰ μάτια σ᾿ αὐτὸ τὸ μικρὸ πειθαρχικὸ παράπτωμα. Ὁ χειμώνας τοῦ κάμπου εἶναι τόσο κακὸς γιὰ τὰ κακόμοιρα τὰ κορίτσια ποὺ βγάζουν τὸ ψωμί τους. Ὁ βοριὰς ξεχύνεται ἀπὸ τὶς κορφὲς τοῦ Ὀλύμπου παγερὸς καὶ κοκαλιάζει τοὺς βόλους στὰ χωράφια τῆς ἐριβώλακος Θεσσαλίας.
Ἡ τάξη μας εἶναι ἕνα γωνιακὸ δωμάτιο, πάντα γιομάτο ἥλιο, ὅταν δὲν ἦταν συννεφιά. Ἡ σόμπα στὴ γωνιὰ τραβοῦσε μὲ θόρυβο καὶ κάπνιζε ὅλη τὴν κάμαρα. Καθόμουν στὸ πρῶτο θρανίο, καὶ μὲ ὑπομονὴ περίμενα. Οἱ σύντροφοί μου δίπλα κάναν ὡραῖα σχέδια γιὰ τὴν περίπτωση ποὺ δὲν θὰ ῾ρχόταν ἡ κυρία.
Πρῶτα θὰ βγαίναν στὴν αὐλὴ νὰ παίξουν ἀμπάριζα. Ὕστερα ἡ «κυρία» διευθύντρια θὰ τοὺς ἔδιωχνε γιατὶ θὰ κάναν θόρυβο καὶ θὰ ἐνοχλοῦσαν τὶς «μεγάλες». Αὐτὸ ἦταν ἡ ὕστατη ἱκανοποίηση τοῦ ὁρμέμφυτου τῆς ἐλευθερίας, ποὺ βλάσταινε μέσα στὶς νέες ἀνθρώπινες ψυχοῦλες τους. Καὶ ὕστερα ἡ ἐκδήλωση αὐτοῦ τοῦ ὁρμέμφυτου. Ἡ ἄσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στὸν κάμπο. Καὶ οἱ ὀπτασίες περνοῦσαν μπρὸς ἀπὸ τὰ μάτια μας.
Θὰ πηγαίναμε στὸν σταθμό. Ὁ δρόμος εἶναι γιομάτος λάσπη, μὰ αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία. Εἶναι τόσο ὡραῖο νὰ νιώθεις τὸ ἔδαφος νὰ ὑποχωρεῖ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου, σὰ μιὰ γλιστερὴ μαλακὴ μάζα. Ἀπὸ κεῖ θὰ παίρναμε ἀπὸ τὸ μηχανοστάσιο ἀσετυλίνη -εἴχαμε σχέσεις μὲ τὸ προσωπικό- καὶ μὲ τὸ πολύτιμο αὐτὸ ἀντικείμενο στὰ χέρια, θὰ πηγαίναμε στὴ μεγάλη «Μαγούλα», τὴν Ὀρμὰν μαγούλα, ὅπου θὰ ἐκσφενδονίζαμε τὸν πρῶτο τυχόντα τενεκὲ γάλακτος Νεστλὲ στὸ στερέωμα, μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἀερίων τῆς ὀργανικῆς αὐτῆς οὐσίας.
Ἴσως παρατηρήσετε ὅτι μεταχειρίζουμαι στὴν πιὸ ἀπάνω περίοδο τὴ λέξη «θά» πολλὲς φορὲς εἰς βάρος κάθε σύνταξης καὶ στύλ. Καὶ ὅμως, αὐτὴ ἡ λέξη εἶναι ὅλη ἡ περίοδος. Γιατὶ συνήθως ἀπάνω στὸ φόρτε τοῦ ἀλήτικου ὀνείρου μας ἄνοιγε ἡ πόρτα, καὶ ἔμπαινε, ὠχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στὸ φτωχικὸ δασκαλικὸ παλτό της, ἡ κυρία Νίτσα.
Θὰ μοῦ πεῖτε, πῶς θυμᾶμαι ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια τὰ γεγονότα τῆς πρώτης παιδικῆς μου ζωῆς. Ψάξτε καλὰ στὶς ἀναμνήσεις σας. Μὲ λίγη καλὴ θέληση, θὰ βρεῖτε παλιὲς εἰκόνες γιομάτες δροσιὰ καὶ ἀθωότητα. Τὰ μικρά μας χρόνια εἶναι τόσο λίγα, καὶ τόσο χαρακτηριστικά, ὥστε νὰ μὴν μποροῦν ν᾿ ἀνακατευτοῦν μὲ τὸν ἄχαρο συρφετὸ τῆς μεγάλης μας ζωῆς. Εἶναι ἕνα σύνολο σαφὲς καὶ καθαρό, μιὰ γραμμὴ εὐθεία καὶ προσδιορισμένη. Σὰν περάσουν πιὰ ἀρχίζει ὁ λαβύρινθος καὶ τὰ ζὶγκ-ζὰγκ τῆς ἀγωνιώδους καὶ ἀπαιτητικῆς ὑπόστασής μας. Εἴμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρὶς νὰ ξέρουμε τί θέλουμε. Τὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀγωνιώδης προσμονή, ὅσο εἴμαστε παιδιά, κάποιου καλοῦ, καὶ ὅταν μεγαλώσουμε κάποιου κακοῦ.
Ψάξτε καλὰ στὶς ἀναμνήσεις σας. Θὰ βρεῖτε ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο, ἀλλιώτικο ἀπὸ σᾶς, ξένο, ἕνα φίλο ἴσως καὶ ἐχθρό. Σεῖς δὲν εἶστε ἐκεῖνος. Ὁ Ἀνατὸλ Φρὰνς δὲν εἶναι ὁ «Μικρὸς Πέτρος». Εἶναι ὁ λεπτὸς νοσταλγός, ὁ πατρικὸς διάδοχος τοῦ παιδιοῦ ποὺ εἶχε τ᾿ ὄνομά του. Εἶναι σὰν μιὰ πνοὴ καθαροῦ ἀέρα, ἢ σὰν μία πρέζα κοκαΐνης."
Για συνέχεια πατήστε εδώ
Σχόλια