Η Μαριλού είχε ξυπνήσει την Δευτέρα το πρωί με ένα απροσδιόριστο συναίσθημα. Προσπαθούσε επί ώρες να το ορίσει με μια λέξη ιδανική και η προσπάθεια αυτή την εξουθένωνε. Ήταν εγκλωβισμός αυτό που ένιωθε; Υποτίθεται ότι η ζωή της είχε πια μπει σε μια τακτική και γλυκιά σειρά. Τα κουτάκια ήταν όλα στην θέση τους. Οι μέρες συνέχιζαν και η ζωή της διαρθρωνόταν κυκλικά. Ένας κύκλος που έμοιαζε με σπείρα θαυματουργή. Ξαναγύριζε πάντα στα ίδια σημεία απ΄όπου ξεκινούσε. Επιθυμούσε εκείνο το πρωί να ορίσει ένα διαφορετικό σημείο. Μια άλλη αφετηρία. Μια νέα σπείρα με την μεγάλη ελπίδα πως αυτήν τη φορά θα έκλεινε τις μεγάλες τρύπες. Τηλεφώνησε στον σύζυγό της και του ζήτησε να βρεθούνε για φαγητό. Εκείνος απόρησε αλλά απέφυγε να την ρωτήσει. Η Μαριλού φόρεσε τα αγαπημένα της πράσινα All star, ένα τζην που είχε μείνει παραμελημένο στην ντουλάπα, και το αγαπημένο πουλόβερ της γιαγιάς. Τηλεφώνησε στην Άννα να έρθει για να προσέχει το παιδί και με αποφασιστικές κινήσεις και ανέλπιστη ψυχραιμία οδήγησε μέχρι την Βουλιαγμένη όπου είχαν δώσει ραντεβού. Το απογευματινό αεράκι δεν έλεγε να δώσει σημάδια ζωής και οι ψηλές λεύκες παρέμεναν ακίνητες. Το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο εκτός από μια παρέα επιχειρηματιών που έτρωγαν με τις γραβάτες τους. Καλά που δεν έτρωγαν τις ίδιες τις γραβάτες, σκέφτηκε. Ο μαιτρ την κοίταξε με ένα απαξιωτικό ύφος και την ρώτησε αν έχει κάνει κάποια κράτηση. Εκείνη δεν αξιώθηκε καν να εστιάσει το βλέμμα της επάνω του και προχώρησε με σταθερό πάντα βήμα στο τραπέζι που συνήθιζαν να γευματίζουν. Ο συμβίος της την περίμενε με αναμένο Davidoff. Η Μαριλού θυμήθηκε πόσο πόλύ αηδίαζε με αυτό το τσιγάρο. Τον κοίταξε, χαμογέλασε λίγο μουδιασμένα και κάθισε στην ροτόντα. Η θάλασσα άκουγε. Τα λόγια της άρχισαν να δείχνουν τις επιθετικές της διαθέσεις. Εκείνος δεν έλεγε τίποτα, μόνο την κοιτούσε με τα πιο σαρκαστικά του βλέμματα. Η αθωότητα είχε πεθάνει προ πολλού.
Σχόλια