Κάποτε την εποχή που άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου και να συνειδητοποιώ τον κόσμο, έβλεπα συχνά έναν 35άρη μελαχροινό με πολλά μούσια και μια ξανθιά αδύνατη της ίδιας ηλικίας να ασχολούνται μαζί μου. Αυτούς τους δυο τυος ονόμαζαν οι άλλοι μεγάλοι "θείο και θεία". Τα καλοκαίρια με έπαιρναν στο διαμέρισμα στην Βουλιαγμένη και με πήγαιναν βόλτες στην θάλασσα. Τρεις μήνες τους έσπαγα τα νεύρα. Με πρόσεχαν, με φρόντιζαν και με κανάκευαν το δίχως άλλο. Η θεία με μύησε στον μαγικό κόσμο του Shopping. Συχνά πυκνά με έπαιρνε από το χέρι και με τις φίλες της σουλατσάραμε την Ιωάννου Μεταξά με τα ωραία χρωματιστά εμπορικά κέντρα. Ο θείος μου μιλούσε για τον μαγικό κόσμο των μεγάλων και μου εξηγούσε όσα στα δικά μου μάτια φαίνονταν ανεξήγητα. Όταν έπεφτε ο ήλιος τον ανάγκαζα να με παίρενι μαζί του στο γήπεδο του τέννις, όπου και κατάλαβα ότι δεν θα έχω ποτέ καλές σχέσεις με αυτό που άλλοι λένε "μπάλα". Περισσότερο απολάμβανα την ειδική ενδυμασία..Λευκό σορτσάκι, πόλο μπλουζάκι, κάλτσες και λευκά σπορτέξ με χρατς..Ήμουν cool.
Δεν θα μπορούσα να 'χω περάσει καλύτερα καλοκαίρια. Στην πολυκατοικία της Βουλιαγμένης υπήρχαν κι άλλα παιδάκια, και μάλιστα γερμανόφωνα. Κάπως έτσι γνώρισα και τον πρώτο μου παιδικό έρωτα. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος μου και πολύ μάγκας. Όλα τα τολμούσε. Τον θαύμαζα αστείρευτα. Με πήγαινε περιπετειώδεις νοερές βόλτες με το τζιπάκι της μαμάς του τα ζεστά απογεύματα του Ιούλη, μου μάθαινε πατίνια στην κατηφόρα της Διονύσου και με άφηνε να σκαρφαλώνω στον γηραιό ευκάλυπτο που στόλιζε τον κήπο. Εκείνος όπως όλα τα αγόρια σε αυτην την ηλικία μόνο μυαλό για έρωτες δεν είχε.
Και μεγάλωνα, κάθε καλοκαίρι που ζούσα με τους θείους μου έβλεπα τον κόσμο να αλλάζει κατά τι, χωρίς όμως να ξέρω να το προσδιορίσω. Αργότερα στην εφηβεία, ο πατέρας μου δούλευε λιγότερο και έτσι φεύγαμε για μακροσκελείς διακοπές τον Αύγουστο. Τα ενδιαφέροντα μου πια είχαν αλλάξει και η επίσκεψη στην Βουλιαγμένη μου περιορίστηκε σε τριήμερα. Οι θείοι μου απέκτησαν την κόρη τους και ο χρόνος κύλησε γοργά έκτοτε.
Τόσα χρόνια πίσω, δεκαετία του 80 ουσιαστικά και στην μνήμη αναδύονται μυρωδιές από τα φαγητά της θειας μου, την κολώνια του θείου μου και το γρασίδι του κήπου. Μίλκο και νουτέλλα για πρωινό. Και πάντα ξυπνούσαμε στις 7 για να φάμε όλοι μαζί και μετά ο θείος να πάει στο μαγαζί. Αργότερα, στα 14 μου είχα ανάγκη από χαρτζιλίκι και με άφηνε να πηγαίνω μαζί του και να συσκευάζω προϊόντα. Με τις μακριές μου φούστες και κοτσίδια στα μαλλιά, χωρίς να ξεχνάω τα all star ή τις Wehrmacht είχα και το θράσος να του ζητάω γύρω στις 15.00 το chappy για να κάνω βόλτες στο τετράγωνο. Ποτέ δεν μου χαλούσε το χατήρι. Όλα του τα έλεγα τα μυστικά μου. Πάντα εκεί ήταν, από μωρό παιδί που ήμουν σε κάθε δυσκολία, κάθε μου αναζήτηση και κάθε σταυροδρόμι. Με ενθάρρυνε σε κάθε βήμα, με πίστευε αλλά και με αμφισβοιτούσε όσο χρειαζόταν. Με έσπρωχνε και με μάζευε. Μια διαρκής διδασκαλία. Του έχω αδυναμία, τι να κάνω; Νιώθω διπλά τυχερή και συνάμα περήφανη που είχα και έχω αυτούς τους ανθρώπους γύρω μου.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτά που μας δίνονται απλόχερα. Κι εγώ έχω εισπράξει πολλή αγάπη, που αν δεν ήταν, δεν θα μουν ποτέ η ίδια..
Δεν θα μπορούσα να 'χω περάσει καλύτερα καλοκαίρια. Στην πολυκατοικία της Βουλιαγμένης υπήρχαν κι άλλα παιδάκια, και μάλιστα γερμανόφωνα. Κάπως έτσι γνώρισα και τον πρώτο μου παιδικό έρωτα. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος μου και πολύ μάγκας. Όλα τα τολμούσε. Τον θαύμαζα αστείρευτα. Με πήγαινε περιπετειώδεις νοερές βόλτες με το τζιπάκι της μαμάς του τα ζεστά απογεύματα του Ιούλη, μου μάθαινε πατίνια στην κατηφόρα της Διονύσου και με άφηνε να σκαρφαλώνω στον γηραιό ευκάλυπτο που στόλιζε τον κήπο. Εκείνος όπως όλα τα αγόρια σε αυτην την ηλικία μόνο μυαλό για έρωτες δεν είχε.
Και μεγάλωνα, κάθε καλοκαίρι που ζούσα με τους θείους μου έβλεπα τον κόσμο να αλλάζει κατά τι, χωρίς όμως να ξέρω να το προσδιορίσω. Αργότερα στην εφηβεία, ο πατέρας μου δούλευε λιγότερο και έτσι φεύγαμε για μακροσκελείς διακοπές τον Αύγουστο. Τα ενδιαφέροντα μου πια είχαν αλλάξει και η επίσκεψη στην Βουλιαγμένη μου περιορίστηκε σε τριήμερα. Οι θείοι μου απέκτησαν την κόρη τους και ο χρόνος κύλησε γοργά έκτοτε.
Τόσα χρόνια πίσω, δεκαετία του 80 ουσιαστικά και στην μνήμη αναδύονται μυρωδιές από τα φαγητά της θειας μου, την κολώνια του θείου μου και το γρασίδι του κήπου. Μίλκο και νουτέλλα για πρωινό. Και πάντα ξυπνούσαμε στις 7 για να φάμε όλοι μαζί και μετά ο θείος να πάει στο μαγαζί. Αργότερα, στα 14 μου είχα ανάγκη από χαρτζιλίκι και με άφηνε να πηγαίνω μαζί του και να συσκευάζω προϊόντα. Με τις μακριές μου φούστες και κοτσίδια στα μαλλιά, χωρίς να ξεχνάω τα all star ή τις Wehrmacht είχα και το θράσος να του ζητάω γύρω στις 15.00 το chappy για να κάνω βόλτες στο τετράγωνο. Ποτέ δεν μου χαλούσε το χατήρι. Όλα του τα έλεγα τα μυστικά μου. Πάντα εκεί ήταν, από μωρό παιδί που ήμουν σε κάθε δυσκολία, κάθε μου αναζήτηση και κάθε σταυροδρόμι. Με ενθάρρυνε σε κάθε βήμα, με πίστευε αλλά και με αμφισβοιτούσε όσο χρειαζόταν. Με έσπρωχνε και με μάζευε. Μια διαρκής διδασκαλία. Του έχω αδυναμία, τι να κάνω; Νιώθω διπλά τυχερή και συνάμα περήφανη που είχα και έχω αυτούς τους ανθρώπους γύρω μου.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτά που μας δίνονται απλόχερα. Κι εγώ έχω εισπράξει πολλή αγάπη, που αν δεν ήταν, δεν θα μουν ποτέ η ίδια..
Σχόλια