Ο Άξονας.

1. Ο Άξονας

Σφράγιζε όλους τους φακέλους με κερί. Το όνομά της το έγραφε με την μεγαλύτερη επιμέλεια που μπορούσε να επιστρατεύσει. Η πένα του πατέρα του ταίριαζε γάντι για αυτήν την ιεροτελεστία. Δεν υπήρχε καθιερωμένος αριθμός επιστολών ανά ημέρα. Κάθε που ένιωθε την ανάγκη να την νιώσει, κατέφευγε σε μια κόλλα χαρτί. Οι λέξεις ξεπηδούσαν σαν χείμαρρος από μέσα του. Αν και ομολογουμένως, ήταν ανθρωπίνως αδύνατον να μεταφέρει όλες τις νοσταλγικές του εξορμήσεις και όλες τις ονειροπαρμένες φευγαλέες του σκέψεις σε ένα γράμμα. Οι στιγμές που την σκεφτόταν μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο ήταν άπειρες. Υπήρχαν και εξαιρετικά δύσκολες ημέρες. Αλλά και νύχτες. Είχε ξεχάσει πώς ήταν να κοιμάται και να μην ονειρεύεται Εκείνην. Κάθε καινούργια μέρα γυρνούσε γύρω από τον δικό της άξονα. Θα άνοιγε τα μάτια του και θα θυμόταν το όνειρο που τον είχε τυραννήσει. Παραδόξως δεν είχε και πολλές παραλλαγές ούτε σαν σκηνοθεσία μήτε σαν σενάριο. Το υποσυνείδητό του τον κορόιδευε. Ακόμα κι αυτό τον περιγελούσε άσπλαχνα.

Μετά την πρώτη αυτή επώδυνη σχεδόν αναζήτηση της ημέρας, σηκωνόταν να φτιάξει τον καφέ του. Η καθιερωμένη διαδρομή μέχρι την μικρή του κόκκινη κουζίνα έμοιαζε ατέλειωτη. Το ντουλάπι ανέδυε μπερδεμένες ευωδίες από ξεχασμένα μπαχάρια και πολλαπλά είδη καφέ. Ο διπλός εσπρέσο είχε μια μαγική ιδιότητα να του θυμίζει τις απογευματινές βόλτες που απολάμβαναν άλλοτε με Εκείνην μαζί στο κέντρο κάποια περασμένα Χριστούγεννα. Την μηχανή του εσπρέσο την είχε αγοράσει σε μια έκρηξη παρορμητικότητας καθώς περπατούσε στην αγορά του Αμαρουσίου. Την είχε δει όμορφη και αστραφτερή να στέκει στο πρώτο ράφι μιας βιτρίνας καταστήματος ηλεκτρικών ειδών. Του φώναξε ευθύς αμέσως από μέτρα μακριά, πριν καλά καλά την αγκαλιάσει με το βλέμμα του: «Αγόρασε με!!». Έτσι ήταν ο Νάσος. Όταν κάτι του άρεσε, το επιθυμούσε με όλο του το Είναι. Γι’ αυτό και ένιωθε βαρύ τον εαυτό του. Ασήκωτο. Το βάρος προερχόταν απ’ όλα όσα ήθελε, όσα δεν απέκτησε ποτέ. Μπορεί να μην τα είχε, όμως ήταν δικά του. Τα είχε κάνει προ πολλού κτήμα του. Η ιδεαλιστική του τοποθέτηση απέναντι στα πράγματα, λειτουργούσε ενισχυτικά στην διόγκωση των επιθυμιών του.

Μετά τον καφέ και το ενάμιση καρέλια τσιγάρο, διάλεγε τα ρούχα που θα φορούσε στην δουλειά. Θα προτιμούσε χίλιες φορές να είναι χύμα το ντύσιμό του στην δουλειά, ώστε να μην χρειάζεται να φέρνει την Φατιμέ να του σιδερώνει τις Παρασκευές. Αυτά όμως είχε η εργένικη ζωή. Η διαδρομή μέχρι το γραφείο με την μηχανή είχε ευεργετικές ιδιότητες στην επίδραση της ημέρας. Ο αέρας που τον χτυπούσε στο πρόσωπο, του θύμιζε τα καλοκαίρια στις Σπέτσες, κι ένα μικρό κομματάκι της ψυχής του έβρισκε χαρά στην μικρή αυτή αίσθηση ελευθερίας τα πρωινά. Στην συνέχεια, η ροή της ημέρας εξαρτιόταν από πολυάριθμους παράγοντες συνήθως εξωγενείς. Στο γραφείο φρόντιζε βέβαια να έχει τα πάντα σε απόλυτη τάξη, σε σημείο που κινδύνευε να χαρακτηριστεί νευρωτικός. Ήταν αναγκασμένος να τηρεί αυτήν την τακτικότητα για να μην σκέφτεται. Κάθε αταξία, κάθε απόκλιση από την σωστή θέση τον ωθούσε σε άλογα ταξίδια. Όμως ο Νάσος ήταν πολύ καλός στην δουλειά του. Την χρονιά που πέρασε αναδείχθηκε στον καλύτερο εργαζόμενο της εταιρείας, γεγονός που ανταμείφθηκε με ένα όχι και πολύ γενναιόδωρο Μπόνους από τα μεγάλα αφεντικά. Καρφί δεν του καιγόταν φυσικά για όλα αυτά. Όλα όσα ήθελε δεν αγοράζονταν με όλο το χρυσάφι του κόσμου.

Μετά το καθιερωμένο δεκάωρο στο γραφείο, ανέβαινε στην μηχανή και γυρνούσε σπίτι. Το μικρό διαμέρισμα των πενήντα τετραγωνικών ήταν πολύ συμπαθητικό. Ο Νάσος το είχε αγαπήσει από την πρώτη στιγμή. Ο σπιτονοικοκύρης του είχε φερθεί άψογα, γεγονός που έπαιξε τον ρόλο του στην επιλογή της εργένικης εστίας του. Στην βεράντα είχε καλλιεργήσει και μια σειρά από μεθυστικά λουλούδια και φυτά που το καλοκαίρι τον συντρόφευαν με την γλυκιά μυρωδιά τους. Και ξέρετε γιατί είχαν θεριέψει; Ο Νάσος τους μιλούσε. Συζητήσεις ολόκληρες έκανε με το γιασεμί και τις πιπεριές. Αγαπημένη του όμως ήταν η μπουκαμβίλια. Εκείνη η περήφανη, η αναρριχώμενη στους τοίχους ημίθεα, που την χάζευε και χανόταν στις φυλλωσιές της. Για τον χειμώνα είχε φτιάξει ένα μικρό θερμοκήπιο που το έβλεπε ο πρωινός ήλιος στο πίσω μπαλκόνι κι εκεί προστάτευε τους πράσινους φίλους του.

Τα απογεύματα που του έμενε λίγος χρόνος και βρισκόταν στην κατάλληλη διάθεση ασχολιόταν με την μαγειρική. Έφτιαχνε κάθε λογής φαγητά που δεν ήξερε κιόλας τι να τα κάνει. Η δημιουργία θεράπευε τις πληγές του. Κι έβρισκε ποικίλους τρόπους να εκτονώνει την φαντασία του. Τις νύχτες που δεν κατάφερνε να πέσει στην αγκαλιά του Μορφέα, διάβαζε Ελύτη. Η νύχτα πάντα τον αγρίευε κι έπρεπε να εφεύρει μεθόδους να την ημερέψει. Άλλοτε τα κατάφερνε, κι άλλοτε πάλι όχι. Τον τσάκιζε το βάθος της νύχτας. Αναμνήσεις που κυρίευαν το μυαλό του σαν μανιασμένοι ανεμοστρόβιλοι.

Σχόλια

Ο χρήστης Γεωργία είπε…
λοιπόν για Νάσος, μια χαρά τα πάει...keep up the good work!
Ο χρήστης iceman είπε…
K Meta?!Theloume Tin Sinexeia Miss... Good Writing, Carry On.

( :
Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.