Δύσκολες μέρες. Παράξενες. Με τυφώνα μοιάζει η εποχή μου. Με ανεμοστροβιλικές διαθέσεις. Και με αλκοόλ. Με χωρίς όρια. Άνευ όρων. Μέτρων ή σταθμών. Το κεφάλι βαρύ, στο διαπασών οι μουσικές, και μια εξομαλυντική τάση προς εκλογίκευση. Έτσι την λέει η φίλη μου η Γεωργία. Όταν μας πιάνει ο κυνισμός μας. Αυτή η Καυστική προδιάθεση απέναντι στον κόσμο των μικρών πραγμάτων. Αλλά και των μεγάλων. Καινούργιοι άνθρωποι. Νέα πρόσωπα στο προσκήνιο. Ύψιστος βαθμός επικινδυνότητας. Εμπιστοσύνη μηδέν θα έλεγε ένας φίλος μου. Είναι τα Volt που φταίνε. Υψηλή τάση. Προσοχή. Αν πλησιάσεις καίγεσαι. Ηλεκτροπληξία. Και τελευταία φαίνεται να πληθαίνουν αυτοί οι άνθρωποι . Πρέπει να μετράς προσεκτικά σπιθαμή προς σπιθαμή τον χώρο που τους δίνεις. Δεν πρέπει. Ακούς και τους άλλους. Αυτούς που νιώθουν ότι οφείλουν να σε προστατέψουν. Από τι; Δεν φοβήθηκες ποτέ να πληγωθείς. Δεν αρνήθηκες να κλάψεις. Δεν σε τρώει η περηφάνια. Άλλα σε τρώνε. Μην λέμε πάλι τα ίδια και εκτίθεσαι. Αστεία που ακούγεσαι, ρε.
Την Κυριακή το πρωί κατάλαβες. Οι συνέπειες της μέθης συχνά σε ωθούν στην αλήθεια. Νιώθεις την ανάσα της πραγματικότητας να σου γλύφει το σβέρκο. Το στομάχι καίει ή καίγεται, δεν ξέρει ακόμα, καθώς δεν μπορεί να χωνέψει τίποτα από την γλυκιά ζωή σου. Όλα βαριά κάθονται. Πώς το λεγε ο Κούντερα; Η ελαφρότητα του είναι. Ναι. Αβάσταχτη. Σηκώνεσαι γιατί τίποτα δεν συμπίπτει με τον ύπνο αυτήν την ώρα, ακόμη κι αν κοιμήθηκες 3 ώρες. Οξυγόνο. Καθαρός αέρας. Εύχεσαι να υπήρχε ένα Hide Park στην γωνία. Να περνούσες να έπαιρνες στο χέρι έναν ζεματιστό cappuccino και Brioche μαζί με την Lifo της Πεμπτης (που εννοείται δεν πρόλαβες καν να ξεφυλλίσεις). Εντάξει, κάνε τρεις ευχές. Το νερό ευτυχώς είναι καυτό. Μεγάλη εφεύρεση το φυσικό αέριο. Κάνει το σπίτι καμίνι μέχρι να πεις κύμινο. Φοράς και τις μπότες-γαλότσες γιατί η μέρα είναι βροχερή και καβαλάς το αυτοκίνητο. Ωραία αίσθηση να κάνεις τελικά αυτό που σου έρχεται εκείνη τη στιγμή στο μυαλό. Εν βρασμώ ψυχής. Καιρό είχες να το νιώσεις.

Το πάρκο του Αντώνη Τρίτση είναι άδειο. Άπλετος χώρος για parking, άδειες οι αλάνες. Τα σκόρπια σύννεφα ομορφαίνουν το τοπίο. Ανάσες. Βαθιές. Γοργό βήμα πάνω σε χώματα και πεσμένα φύλλα. Ξύλινα παγκάκια στέκουν έρημα εδώ και παραπέρα. Ανατολικοί μετανάστες με καροτσάκια και αδέσποτα σκυλιά περιφέρονται γύρω από τη λίμνη. Στον αέρα μόνο ο ήχος των πουλιών. Σε ένα λοφάκι κάθεται ένας 35άρης μόνος και καπνίζει. Μια οικογένεια τρώει κεφτεδάκια από το τάπερ. Οι γραμμές του τρένου σου αρέσουν. Άραγε ποιο τρένο να περνάει από δώ; Οι πάπιες τσακώνονται. Πεινάνε. Το βλέπεις από τον τρόπο που σε αντικρίζουν. Με προσμονή. Εσύ όμως; Εσύ δεν περιμένεις τίποτα. Δεν ζητάς τίποτα από αυτούς που είναι δίπλα σου. Ή τουλάχιστον έτσι φροντίζεις να τονίζεις. Λες και θα σε κακο-χαρακτηρίσουν για «ζήτουλα».

Γεφυράκια, χαλικόστρωτο και ανέμελες φάτσες. Κυριακάτικες. Επιταχύνεις τον περίπατο μιας και ο οργανισμός σου έχει αρχίσει να ζητάει καφεΐνη. Ελληνάρας έγινες κι εσύ. Μπορεί ,αλλά δεν θα πάρεις φραπέ. Το cafe της Εστίας είναι κλειδαμπαρωμένο. Θα τα πήρε ο ύπνος τα παιδιά. Μμμ, κατανοητό. Βολτάρεις στο γραφικό μαγαζάκι με τα βιολογικά προϊόντα. Ψωνίζεις κάτι μπισκότα και περνάς ξανά την πόρτα με το κουδουνάκι. Όμορφες Γάτες λιάζονται πάνω στα αναποδουρισμένα τραπέζια. Επιθυμία σε κατακλύζει. Εικόνες παντού. Καλή μου Nikon σ’αγαπώ. Ταχύτατα πλάνα. Αμοντάριστες στιγμές. Με ήλιο και χωρίς, παίζουμε κρυφτό. Ασπρόμαυρα θα θελα να ναι τα πάντα. Χωρίς τα μπερδεμένα χρώματα. Σήμερα με μπερδεύουν. Με αποσυντονίζουν.
Ανηφορίζεις τον χωματόδρομο και φτάνεις στην κεντρική καφετέρια του πάρκου. Πολλά τραπέζια. Έρημα. Μόνο μια παρέα με δυο μικρά παιδιά στο κέντρο. Ένας Άγιος Βερνάρδος ακούγεται από δίπλα. Τον ενοχλούν τα αδέσποτα φαίνεται. Έναν Cappuccino διπλό παρακαλώ, με εξτρα δόση ζάχαρης. Κι εκεί που αρχίζεις να ξεφυλλίζεις την εφημερίδα, να σου ο Γιάννης. Δεν σε αναγνωρίζει αρχικά. Ναι -ναι η Μύριαμ είμαι. Με ρωτάει αν μπορεί να καθίσει. Παραγγέλνει εσπρέσσο λούνγκο. Χμμμ. Εντυπωσιάζεται από την φωτογραφική μου. Την παίρνει στα χέρια και νιώθω καλά. Δεν φοβάμαι ότι θα του πέσει. Ξέρει ο Γιάννης. Αρχίζει να μου μιλάει για ταχύτητες, κλείστρο, διαφράγματα και φακούς. Τον ακούς με μεγάλο ενδιαφέρον, ωστόσο η άγνοιά σου σκοτώνει. Ερασιτέχνης παραμένεις. Φοβάται πως με κούρασε. Πίνει δυο γουλιές καφέ. Σε ρωτάει αν τα βρήκες με τον πρώην σου. Διατύπωσε περίεργα την ερώτηση και χαμογέλασες. Δεν ψάχνω κάτι να βρω. Η μουσική σε έχει χαλαρώσει απίστευτα. Από αυτές τις αδιάφορες που ποτέ δεν θα μάθεις πως τις λένε. Και οι κουβέντες αρχίζουν να περιστρέφονται γύρω από εσένα. Δεν βολεύεσαι. Στρέφεις το βλέμμα σου αλλού. Δεν είναι ευγενικό φωνάζεις από μέσα σου. Ο Γιάννης διαπιστώνει. Αχα, βρίσκεσαι σε φάση αναδιοργάνωσης σου λέει. Κατάφαση. Σκέφτεσαι ότι δεν έχεις κάτι να αναδιοργανώσεις. Δεν έμεινε κάτι. Δυό τρεις φορές σε αποκαλεί «κοριτσάκι». Σαν τα κρύα τα νερά του απαντάς καυστικά. Και γελάς. Σου έφτιαξε την διάθεση μάλλον. Σαν να σου ‘φυγε η συννεφιά από το μάτι. Δυόμιση η ώρα. Ώρα να την κάνεις. Χαιρετάς, συμμαζεύεις το χάος από το τραπέζι και αναχωρείς τελικά για το μικρό διαμέρισμα.
Παράξενη μέρα. Ήταν καλή ευκαιρία για ανασυγκρότηση δίσκου. Καρμπονάρα θα φτιάξεις, να μοσχοβολήσει ο τόπος. Ένα ποτήρι κρασί θα τα διαλευκάνει όλα. Ο ήλιος επικράτησε τελικά. Ηλιαχτίδες γεμίζουν το σαλόνι. Sunshine. Χαμογελάς κρυφά. Καλημέρα. Τα καλύτερα έρχονται.

Σχόλια
Τα παντα αλλαξαν οπως διαπυστωσες και εσυ.
Αδειασε ο τοπος.Που πηγαν οι ανθρωποι που εδιναν ζωη σε ολα αυτα?
Το ιδιο αναρωτιεμαι και εγω...
"Ο ήλιος επικράτησε τελικά. Ηλιαχτίδες γεμίζουν το σαλόνι. Sunshine. Χαμογελάς κρυφά. Καλημέρα. Τα καλύτερα έρχονται."
Χαιρομαι που ολα τελικα πηγαν καλα!
Καλως σε βρηκα!
Καλώς όρισες στο πρώτο σκαλί.Όλα καλά θα πηγαίνουν, αρκεί να το θέλουμε. Η μαγκιά είναι να το βλέπουμε τελικά. Καλή μας συνέχεια!
μ.
και είναι κάποιες στιγμές που και το πιο άσχημο καλύτερο μοιάζει. εκείνες τις στιγμές που ξεχωρίζονται τα χαμόγελα τα αληθινά. καλησπέρα σου.