Άξονας_Κεφ.2


Σφύριζε ο αέρας. Ξεχαρβαλωμένες εξατμίσεις μόλυναν την ησυχία του καλοκαιρινού απογεύματος. Δεν μπορούσε να περιγράψει την ατμόσφαιρα, την ένιωθε ωστόσο βαριά σαν μολύβι να κουβαριάζει το είναι του. Ένας καφές ίσως να έσωζε τις σκέψεις του. Η θύμησή της. Τα μαλλιά της. Νοσταλγούσε μόνο εκείνη. Όλα τα υπόλοιπα είχαν χάσει πια σε ουσία. Αποτυχία ο καφές. Ούτε γλυκός ούτε πικρός. Η δυσαναλογία του ταίριαζε πρόσκαιρα. Οι φίλοι του, του το ‘χαν πει. Έδινε χώρο στους παρελθοντικούς χρόνους. Λίγες στιγμές συσσωρευμένες σ’έναν υπερσυντέλικο. Μια κρυφή ευτυχία σμιλεμένη με αόριστο. Ιδέες έρχονταν κι έφευγαν καθώς κρατούσε τους κροτάφους του σκυμμένος πάνω από τον ελληνικό καφέ. Όφειλε ν’αλλάξει. Να ξεχάσει το νησί τους. Να λησμονήσει κάθε αλλοτινή ευτυχία που γύρευε να κυριεύσει το παρόν της ανασφάλειας. Σάμπως ήξερε τι του λειπε; Κεντρικός άξονας εκείνη. Γύρω από αυτήν η γη γυρνούσε. Ο κόσμος όλος στα μάτια της. Η πλάση στόλιζε την χάρη της. Τα στολίδια όλου του κόσμου, δεν μπορούσαν ν’ακουμπήσουν την ομορφιά της.
Κάθε ηλιοβασίλεμα, κάθε ανατολή ευχόταν να την είχε στην αγκαλιά του. Λεύτερη. Αγέρωχη και ακλόνητη όπως την θυμόταν. Με τα παρδαλά της φορέματα και τα μακριά σκουλαρίκια. Κάποτε πριν χρόνια τον είχε κοιτάξει με μια λάμψη στα μάτια που όμοια της δεν είχε ξανασυναντήσει. Τον κοίταζε γελώντας και του ‘λεγε πόσο θαυματουργός μπορεί να είναι ο ήλιος. Ο ηλιάτορας. Ο ίδιος που αγαπούσε κι ο Ελύτης. Του χε καδρώσει το μονόγραμμα σε κάδρο από μέταλλο για να του υπενθυμίζει την πρόωρη αγάπη τους. Είναι νωρίς ακόμη φώναζε! Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα! Ίσως δεν εξημερωθούν ποτέ.
Τρία χρόνια είχαν περάσει από την τελευταία τους συνάντηση. Ίσως είχε έρθει ο καιρός να την αναζητήσει. Ίσως είχε περάσει το «νωρίς». Ήλπιζε μόνο να μην είναι αργά. Με το σπαθί του να την κερδίσει. Γιατί όλα τα εμπόδια έχαναν ανάστημα μπροστά σε αυτά που ήθελε να της δώσει. Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του κινητού της.
Κάποια κυρία στα γαλλικά εκφωνούσε μαγνητοφωνημένο μήνυμα. Ο Νάσος σηκώθηκε από τον καναπέ, πήρε τα κλειδιά της μηχανής κι αναχώρησε με προορισμό το άγνωστο. Έπρεπε να σκαρφιστεί έναν τρόπο να την δει ξανά.

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Τι χρώμα έχει η λύπη ; ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα ,τι χρώμα έχει η λύπη;

-- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στην αγκαλιά της.΄Ένα βαθύ άγριο μπλέ

-- Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;

-- Tα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.

-- Τι χρώμα έχει η χαρά;

-- Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.

-- Και η μοναξιά;

-- H μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.

-- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα ! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.

-- Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του κι ακούμπησε στο φράκτη. ΄Εμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.

-- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω. Τι χρώμα έχει η αγάπη;

-- Tο χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού απάντησε το δέντρο

-- Τι χρώμα έχει ο έρωτας ;

-- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού όταν είναι πανσέληνος.



-- ΄Ετσι έ; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού είπε τα' αστέρι ...;

Κοίταξε μακριά στο κενό και δάκρυσε .....
--------
ήτανε κεινο το δεντρο στα συνορα του καπνοχωραφου, η κερασια. Ητανε κι ενα αστερι που τρεμοσβηνε στο ματοτσινορο τ ουρανου...

α.π.

dormeur du val...