Στρατηγός ή Βασιλιάς


Ο Στρατηγός στάθηκε με αμηχανία μπροστά στο άρμα που βρισκόταν μέσα στο Ανάκτορο των Παλαιών Βασιλέων της νέας άγνωστης Χώρας, που μόλις είχε φτάσει με το στρατό του.

Έξω από το παλάτι, στις λεωφόρους και στα στενά, η πρωτεύουσα καιγόταν ακόμα σ’ έναν καινούργιο όσο και προαναγγελθέντα πόλεμο: Ένοχοι εναντίον ενόχων, όλοι πάντως ένοχοι και εχθροί. Ο αέρας μύριζε θειάφι και χρυσός δεν υπήρχε πια πουθενά.

Αν τον έβλεπε κανείς, δεν θα τον ξεχώριζε από τους στρατιώτες, που εξαντλημένοι από την κακουχία και τον κάματος της πορείας των τελευταίων δύο – τριών εβδομάδων κείτονταν ξέπνοοι, ασκεπείς, μερικοί ακόμα και ξυπόλητοι, στις κερδίδες της εσωτερικής αυλής του παλατιού.
Φανερά ταλαιπωρημένος, φορώντας την ίδια φθαρμένη στολή, που κάποτε (όταν ξεκινούσε από την ένδοξη πατρίδα του) αντανακλούσε μια ξεχασμένη πια υπερηφάνεια και δόξα, χωρίς τα βασιλικά του διακριτικά, χωρίς δαχτυλίδια-σφραγίδες στα λεπτά, τραχιά του δάχτυλα, δεν θύμιζε πια σε τίποτα το βασιλιά που κάποτε υπήρξε.

Κι όμως, ήταν ο ίδιος που είχε διεξάγει πολλές νικηφόρες μάχες. Έτσι νόμιζε, έτσι θυμόταν, έτσι νόμιζε ότι θυμόταν. Δεν είχε φτάσει ως εκεί με τη διπλωματία. Τα κόλπα των γραφειοκρατών του ήταν άγνωστα, όσο και απεχθή. Σ’ όλη του τη ζωή είχε μάθει να παίρνει αυτό που ήθελε με τη βασιλική πυγμή και τις πολεμικές του αρετές.

Κρυφοκοίταξε πίσω του και αιστάνθηκε πως οι άντρες του (ένα εταιρόκλητο σινάφι από πάλαι ποτέ πιστούς συντρόφους και εξαναγκασμένους ηττημένους εχθρούς) από καιρό δεν το έβλεπαν πια με καλό μάτι.
Πολύ νωρίς, ήδη από τα μισά της εκστρατείας τους, είχαν αρχίσει να χάνουν (ή να ξεχνάνε) το νόημα όλης αυτής της επιχείρησης. Τι ζητούσαν τόσο μακριά από την πατρίδα τους, από τον κόσμο τους; Κάθε νίκη τους έσπρωχνε ακόμα μακρύτερα από το παρελθόν τους, σ’ ένα μέλλον με αμφίβολη ελπίδα, ένα μέλλον αόρατο, αν όχι ανύπαρκτο.
Πόσος καιρός είχε περάσει; Μήνες; Χρόνια; Δεν είχε σημασία.
Δεν ήταν πια νέος, οι ιστορικοί του μέλλοντος θα έκαναν αργότερα ένα σημαντικό λάθος στην εκτίμηση της πραγματικής ηλικίας του.

Πέρασε το χέρι του πάνω στις επιφάνειες του άρματος. Ακούμπησε τα χείλη του, το μέτωπό του, το μάγουλό του, στις βελούδινες κουπαστές, στις καλογυαλισμένες ρόδες.
Το ύφασμα της επένδυσης, όσο και το χλωμό μέταλλο του σκελετου, όπου αυτό ήταν ορατό, λες και ανέπνεαν σαν γυναικεία σάρκα.

Ο αέρας στο μεγαλοπρεπές αίθριο γέμισε για λίγο με λόγια, οσμές, λεπτές τραγουδιστές φωνές, αισθήσεις και, πόσο παράξενο αλήθεια, αισθήματα ξένα ή ξεχασμένα.

Για λίγο, για πολύ λίγο. Ύστερα πάλι θειάφι, καπνός, πόλεμος μεταξύ ενόχων εχθρών, σ’ έναν κόσμο γεμάτο νεαρούς πολεμιστές, αξιωματούχους όλων των πολεμικών σωμάτων με πολλά ή λιγότερα άστρα στην περικεφαλαία τους, εραστές, διπλωμάτες κομψούς ή άκομψους, αντάρτες, λόγιους, μάγους, καλλιτέχνες ταλαντούχους ή ατάλαντους. Εχθρούς.

Ναι, δεν θα μπορούσε να τον ξεχωρίσει πια κανείς από τους στρατιώτες του:
Ακόμα και τ’ όνομά του, δεν ακουγόταν πια σπουδαίο. Αλήθεια, ποιό ήταν το όνομά του; Αλέξανδρος; Οδυσσέας; Ήταν στρατηγός; βασιλιάς; βασιλιάς και στρατηγός;

Κι εκείνη η άμμος, τρυπωμένη παντού, στα μαλλιά του, στους πόρους του δέρματός του, στα ρούχα του , από ποιά αφιλόξενα ακρογιάλια, από ποιές ερήμους είχε κολλήσει πάνω του;

Ο ζυγός της άμαξας ήταν δεμένος μ’ έναν απίστευτο δεσμό από φλοιό κρανιάς μπλεγμένο τόσο περίπλοκα, ώστε η αρχή του να μη διακρίνεται πουθενά.

Πνιγόταν. Ο αέρας πνιγηρός. Οι φωνές, οι λίγες που δεν σιώπησαν, βάρυναν. Δεν υπήρχε πια χρόνος. Ποτέ δεν είχε υπάρξει τελικά, παρά μόνο σαν ψευδαίσθηση. Πνιγόταν. Εδώ και μήνες, εδώ και χρόνια.

Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί παραπάνω. Ο δεσμός, ο κόμπος, ήταν αδύνατον να λυθεί. Το ήξερε. Υπήρχε όμως μόνο ένα πεπρωμένο και άρα μόνο μια λύση.

Ήταν η ανάγκη; o εθισμός; ήταν επειδή ήταν το μόνο πράγμα που ήξερε να κάνει;
Το χέρι του σχεδόν ασυναίσθητα κατευθύνθηκε στο μηρό του, εκεί που πάντα υπήρχε το σπαθί του, κρεμασμένο από τη φθαρμένη πια βασιλική ζώνη του. Το σπαθί, που έκανε όλες τις κυμματοσυναρτήσεις να καταρρέουν, που μετέτρεπε όλα τα λόγια, όλα τα αισθήματα σε μια και μοναδική πραγματικότητα.

Το φτερό της χήνας, βουτηγμένο στο αίμα χιλιάδων εχθρών, άρχισε να χαράζει σιγά-σιγά τον ξεραμένο φλοιό. Στην αρχή σαν γράψιμο, μετά όλο και πιο βαθιά. Δεν ήξερε πόσο θα του πάρει. Δεν είχε άλλωστε σημασία. Δεν υπήρχε χρόνος. Ποτέ δεν είχε υπάρξει τελικά, παρά μόνο σαν ψευδαίσθηση.

(Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον Γιάννη Α. που μου εστειλε το παραπάνω κείμενο κι ακόμη περισσότερο που με αφήνει να το δημοσιεύσω.)

Σχόλια