Ο τέταρτος χρόνος άφηνε τα σημάδια του στους μαύρους κύκλους. Πλουσιότεροι, πιο μεστοί, πιο ώριμοι. Οι κρόταφοί του είχαν γκριζάρει και το σπαστό μαλλί ξεσπάθωνε ατίθασα προς όλες τις κατευθύνσεις. Κι ωστόσο η έλλειψη προορισμού είχε φυτρώσει ανάμεσα στα φρύδια του. Κάθε του ρυτίδα γύρω από τα μάτια τον αγρίευε στην όψη. Είχε βαρύνει κιόλα. Μα τι του ‘ρθε να κοιταχτεί στον σκαλιστό καθρέφτη; Δεν γούσταρε άλλη αλήθεια. Δεν την σήκωνε το πετσί του, πώς το λένε. Του την είχε δώσει στο πιάτο ο Γιαννάκης, χόρτασε. Τόσο κράξιμο δεν θυμόταν να χει ξαναφάει. Σκατά. Είχε δίκιο. Σαν αυτά που δεν θες να παραδεχτείς ποτέ στον εαυτό σου, πόσο μάλλον στον παιδικό σου φίλο. Ζούσε στην κατάντια ενός άξονα.
Ούτε κριτήρια είχε πια, μα κίνητρα. Η κόπωση τον είχε σημαδέψει. Δεν άντεχε να ζει στον υπερσυντέλικο Της. Έπρεπε να δράσει. Η εκτόνωση τον φώναζε σαν την απεγνωσμένη μάνα που ψάχνει το παιδί της. Να πατήσει μια γκαζιά και να τον καταπιεί η γη, γινόταν; Τα κουράγια του τα ‘χε κρύψει καλά σε κάτι σκονισμένες κούτες που παραμέριζε την ελπίδα. Ήξερε καλά ότι υπάρχουν.
Οι νύχτες πια, συνώνυμες της κόλασης. Αργοκίνητες νωχελικές σκέψεις του έπαιρναν τον ύπνο. Ούτε ένα σημάδι. Ούτε μια ένδειξη ζωής από εκείνη. Δεν είχε ιδέα σε ποιο μέρος του κόσμου να την αναζητήσει πια. Συνέχιζε ωστόσο να της γράφει. Κάθε μέρα. Κάθε νύχτα. Με μεγαλύτερη ένταση. Με την μεγαλύτερη απάρνηση ενός Εγώ που είχε ποτέ διανοηθεί. Χάθηκε. Στην εμμονή ενός αόρατου από καιρό πια ξεχασμένο άξονα κι όλα τα υπόλοιπα ξεχαστήκαν από μόνα τους και άθελα του. Αγνοούνταν όλα τα όμορφα «θέλω» του που με τόση λαχτάρα είχε άλλοτε φιλοτεχνήσει. Η δουλειά, τα βιβλία του, οι φίλοι, τα ταξίδια, η Ζωή του γέμισε με το Κενό Εκείνης. Τον ξεπερνούσε η ιδέα της ίδιας του της απόγνωσης.
Ούτε κριτήρια είχε πια, μα κίνητρα. Η κόπωση τον είχε σημαδέψει. Δεν άντεχε να ζει στον υπερσυντέλικο Της. Έπρεπε να δράσει. Η εκτόνωση τον φώναζε σαν την απεγνωσμένη μάνα που ψάχνει το παιδί της. Να πατήσει μια γκαζιά και να τον καταπιεί η γη, γινόταν; Τα κουράγια του τα ‘χε κρύψει καλά σε κάτι σκονισμένες κούτες που παραμέριζε την ελπίδα. Ήξερε καλά ότι υπάρχουν.
Οι νύχτες πια, συνώνυμες της κόλασης. Αργοκίνητες νωχελικές σκέψεις του έπαιρναν τον ύπνο. Ούτε ένα σημάδι. Ούτε μια ένδειξη ζωής από εκείνη. Δεν είχε ιδέα σε ποιο μέρος του κόσμου να την αναζητήσει πια. Συνέχιζε ωστόσο να της γράφει. Κάθε μέρα. Κάθε νύχτα. Με μεγαλύτερη ένταση. Με την μεγαλύτερη απάρνηση ενός Εγώ που είχε ποτέ διανοηθεί. Χάθηκε. Στην εμμονή ενός αόρατου από καιρό πια ξεχασμένο άξονα κι όλα τα υπόλοιπα ξεχαστήκαν από μόνα τους και άθελα του. Αγνοούνταν όλα τα όμορφα «θέλω» του που με τόση λαχτάρα είχε άλλοτε φιλοτεχνήσει. Η δουλειά, τα βιβλία του, οι φίλοι, τα ταξίδια, η Ζωή του γέμισε με το Κενό Εκείνης. Τον ξεπερνούσε η ιδέα της ίδιας του της απόγνωσης.


0 Voices:
Δημοσίευση σχολίου