Περπατούσα σ’ενα τούνελ του μετρό και όλα μοιάζαν τόσο
θλιβερά φίλε περαστικέ. Έτσι έφτασα να σε πιάνω απ’τον γιακά και να σου λέω
αυτά τα λόγια. Συγχώρα μου το θάρρος και την ένταση, μα έπρεπε από κάπου να
πιαστώ. Και είδα τον καλοσιδερωμένο σου γιακά σαν ευκαιρία που αδράττει
κανείς. Δεν θέλω καθόλου να μ’ακούσεις
και να πεις, «πες μου κι άλλα τέτοια γραφικά». Θα σε κεράσω ένα τσιγάρο ίσως
και μια μπύρα στο αντικρυστό παγκάκι, όχι από γενναιοδωρία. Ούτε από αγάπη, μα
από θλίψη. Βαθιά περιχαρακωμένη θλίψη που τα βάζει με όλα τα υπόλοιπα δαιμόνια.
Είναι καιρός που σωπαίνει, φουσκώνει, ξεφουσκώνει, βυθίζεται σε μαύρες τρύπες
κι είναι και άλλες φορές σαν αυτήν εδώ, που ξεχειλίζει και σαν χίμαιρρα θέλει
να πνίξει τους δρόμους. «Έλα στο προκείμενο» θα μου πεις. Ω, μα δεν θέλω
καθόλου να σε κουράσω αγαπητέ μου άγνωστε. Να μιλήσω θέλω. Να μοιραστείς την
γνώση σου μαζί μου για τον Κόσμο.
Το έχω καταλάβει το κόλπο. Μου πήρε μερικά χρόνια παραπάνω
μα τώρα απέκτησα την γνώση για το πως γυρίζει ο Κόσμος. [Πάρε αναπτήρα, θα σου σβήσει.] Πρώτα σε βάζουν να ξεχωρίζεις το καλό απ’το
κακό. Στην αρχή όταν πρωταντικρύζεις τους ανθρώπους όλα είναι Ήθος. Όλα είναι
Σωστά και Λάθος. Όλα είναι Μπράβο ή Μη. Έτσι μαθαίνουν φίλε οι άνθρωποι. Έτσι
διαπαιδαγωγούνται ακόμα και τα ζωα. Με προτροπές και απαγορεύσεις. Έπειτα
οφείλεις να μαθαίνεις. Ξέχωρες γνώσεις, να ναι γνώσεις όμως να σου ανοίξουν το
μονοπάτι της ζωής σου. Να αποτελέσουν σκαλοπάτια που θα πατάς και θα μπορείς να
αντικρύζεις τον κόσμο με αξιοπρέπεια. Γιατί η δουλειά είναι κι αυτή στα ήθη τα
ενέσιμα. Αν δεν εργαστείς για αυτόν τον κόσμο, δεν θα αποτελέσεις χρήσιμο μέλος
της κοινωνίας και το καλύτερο σενάριο που σου απομένει είναι ένα μεγαλειώδες
περιθώριο. Νιάτα λοιπόν αφιερωμένα σ’ένα άγχος του πώς θ’ανοίξω άξια τα φτερά μου να πετάξω με
καμάρι. Να με καμαρώνουν οι άλλοι και να με εκτιμώ κι εγώ. Προσοχή στο κενό των άλλων. Επίπονη διαδικασία
αν με ρωτάς. Γιατί εκείνα τα χρόνια τα ανέμελα τα μαυρίζουν οι αγωνίες και τα
άγχη για όλα αυτά που ονειρεύεσαι. Προσδοκίες κτισμένες με επιμέλεια σε χρόνο
στιγμιαίο μέλλοντα. Χωρίς την στερνή μου γνώση να σ’είχα πρώτα να σε ασβεστώνει
καταμεσής. Ωχού. Και που θες επιτέλους να καταλήξεις κοριτσάκι μου;
Πνίγομαι. Πνίγομαι φίλε άγνωστε. Χάνεται η Ελλάδα μου. Χάνω
κι ένα δικό μου κομμάτι μαζί της. Δεν βυθίζεται τώρα. Εδώ και δεκαετίες ολόκληρες αυτό
το καράβι μοιάζει να έχει πέσει επάνω σε ένα παγόβουνο τόσο απροσπέλαστο όσο η Βαβέλ.
Για να καταλάβεις. [Πιες μια γουλιά ακόμα, σου χρειάζεται.] Ναι σαν την Βαβέλ την πάτησε η Ελλάδα. Ο
καθένας ομιλεί την δικη του γλώσσα. Την καταλληλότερη για εκείνον. Από
εγωπάθεια και εγωϊσμό και αδιαφορία για τον Δίπλα; - Ποιόν μωρέ; Τον γείτονα. Τον
περιπτερά. Τον πακιστανό στο φανάρι. Την γιαγιά στο σούπερ μάρκετ. Τον τυφλό
στο λεωφορείο. Το αγοράκι που έσπασε το τζάμι. Το μωρό του από πάνω που κλαίει.
Για τον σκύλο του από κάτω.
Μην γκρινιάζεις που γκρινιάζω. Δεν μουρμουράω ρε. Ουρλιάζω
δεν μ’ακούς; Θέλω να τρέξω στους δρόμους και να πιάσω όλον τον κόσμο απ’το
γιακά μέχρι να καταλάβει. Να εμπεδώσει. Να Νοιώσει. Να νοιώσει τον οξύ πόνο της
νοσταλγίας. Δεν ήθελα να φύγω, δεν ήθελα. Ξεριζωμός είναι η λέξη. Αλήθεια. Αν πεθάνω εκεί να με θάψεις
άγνωστε. Εκεί που θάφτηκε ο Αιγέας. Εκεί που απέπνευσαν και οι Σειρήνες του
Οδυσσέα. Εκεί που δάκρυζε ο Σεφέρης. Εκεί που πονούσε ο Καβάφης. Κάτω από την
πέτρα που πατούσε ο Καζαντζάκης μαζί με τον Ζορμπά. Κάτω απ’το νησί που ενέπνευσε τον
Ελύτη να γραψει το μονόγραμμα, Μ’ακούς; Δεν έχω άλλη φωνή. Τελειώνει.
Παραληρώ και τι μου φταις κι εσύ να σου τσαλακώνω τον γιακά.
Έτσι χωρίς συνοχή και χωρίς μεγάλη συνάφεια θ’αποχωρήσω τώρα και θα σε αφήσω να ησυχάσεις. Συμπάθα με.
Σχόλια