Κοίτα να δεις κάτι μέρες παράξενες.
Πάντα λαχταράει η καρδιά μου, σηκώνει ανάστημα, επαναστατεί όταν μυρίζει Ελλάδα. Ουρλιάζει ο μικρός τοσοδούλης δαίμονας μέσα μου όταν σιμώνει ο καιρός. Στην βουτιά πάνω από την Βουλιαγμένη, όταν το αεροπλάνο πάει να πάρει τη στροφή, κοιτάζω απ' το παράθυρο και βλέπω τα νερά γύρω από τις Φλέβες. Το μπλε της παραλιακής. Τις ελιές στα Καλύβια. Όλη η νοσταλγία του χειμώνα γίνεται ένας χείμαρρος δακρύων, εκεί μες το αεροπλάνο, δίπλα σε χαρούμενους Γερμανούς τουρίστες και ξεθεωμένους γκασταρμπάιτερ. Δεν ντρέπομαι, δεν φοβάμαι. Κυλάνε τα δάκρυα κάθε φορά ανεξέλεγκτα σχεδόν και ταυτόχρονα γελάω. Χαμογελάω ρε μαλάκα, νοιώθω ζωντανή. Νοιώθω όλα τα ενδότερα να ξεσηκώνονται σε χορούς πανηγυρικούς.
Στις πρώτες αγκαλιές βρίσκω το σπίτι μου. Στο βλέμμα των δικών μου αντικρύζω ανακούφιση. Η ζεστασιά. Εκεί κάπου, γίνεται ξεκάθαρη η παγωμάρα που κουβαλάω τόσους μήνες. Η άνευ οικειότητας ζωή μου. Δεν μπορώ να σου πω τι μου λείπει περισσότερο. Θυμάμαι τις νύχτες που συνομιλώ με το 3,78 μέτρα ταβάνι και παρακαλάω να βρεθεί ένας τρόπος να ξεγελάσω το κενό που νοιώθω μέσα μου. Στην Ανδρέα Παπανδρέου μια μονοκατοικία ντυμένη στα φούξια. Η μπουκαμβίλια που έκανε το θαύμα της. Άναρχες επιγραφές ξεπροβάλλουνε στον δρόμο. Ανήκω. Ανήκω σε αυτό το χαμό κι αυτό μ'ανακουφίζει. Δεν βαραίνω από την ταξινόμιση άλλο. Από την στιγμή που πατώ το πόδι μου στο ελληνικό μπάχαλο έδαφος, νοιώθω πιο λεύτερη. Κι ας είμαστε πιο ζορισμένοι από ποτέ.
Έλεγα χθες στον Παναγιώτη πως αυτό που με ενοχλεί περισσότερο απ'όλα είναι η τσιγγουνιά εκεί έξω. Δεν είμαι καμία κουβαρντού εδώ που τα λέμε, μ'αρέσει να ζω άνετα, αλλά δεν θέλω να σταθώ σ'αυτό. Δεν έχει να κάνει με χρήματα αυτή η τσιγγουνιά. Είναι μια λέξη άσχημη από μόνη της. Κατάληξη ίδια με την "ρετσινιά". Κι εκείνο το δίψηφο σύμφωνο σχεδόν στη μέση, δυσκολοχώνευτο αδερφάκι μου. Καρδιές φειδωλές. Καρδιές δύστυχες. Σε τινάζουν δεκάδες μέτρα μακριά. Άνθρωποι που φοβούνται να νοιώσουνε και να μοιραστούνε. Σχεδόν τρομάζω με τα παγόβουνα που σέρνουνε μαζί τους. Δεν γενικεύω, άσε με. Αποστασιοποιούνται από αυτό που λαχταράει περισσότερο ο άνθρωπος: την εγγύτητα. Περιφέρουν τα κρύα κορμιά τους σαν να μην υπάρχει η ανάγκη του ανθρώπου αυτή. Γίνομαι απαξιωτική το ξέρω. Σχωρα με μα μεγάλωσα με ανθρώπους μεγαλόκαρδους, γενναιόδωρους κοντά μου. Κι αν με ρωτάς να ορίσω την ρίζα μου δεν μπορώ να συλλογιστώ και άλλη.
Σχόλια