Την πρώτη φορά που σε είδα φορούσες ένα
κόκκινο φούτερ και ένα όχι και πολύ της μοδός τζην. Η φράντζα σου λίγο σπαστή
έπεφτε νωχελικά στα βλέφαρά σου. Δεν είχα δει ποτέ πιο λαμπερά μαύρα μάτια. Πείραζες
την μπροστινή μου. Ήταν η ωραία της πρώτης λυκείου. Ένα τσίμπημα στο μυοκάρδιο
ταρακούνησε την αφελή μου ύπαρξη. Εσύ; Λίγο πολύ αλάνι. Καβαλούσες το μπλε
άστρα και δεν πολυμίλαγες. Οι φίλοι σου ήταν φίλοι μου. Όταν με πρόσεξες, κάτι
άλλαξε. Απόκριες του 1995. Με πήγες για πρώτη φορά σπίτι σου. Η μάνα σου με
κέρασε βυσσινάδα σε δίσκο. Φορούσε ποδιά η κυρία Αθηνά. Ήταν όμορφη κι
επιβλητική. Ήμουν τόσο ερωτευμένη που μου κοβόντουσαν τα γόνατα όταν σε έβλεπα
από μακριά.
Πέντε χρόνια αργότερα σε πέτυχα τυχαία σε μια ροκ καφετέρια. Ήσουν φαντάρος στην Μυτιλήνη. Άλλαξες. Τα πειράγματά σου γίναν
μαζεμένα. Έπινες ουΐσκι με κοκα κόλα. Η αρχοντιά στο βλέμμα σου δεν μπορούσε να
κρυφτεί. Έγινες πιο σιωπηλός. Και πιο
όμορφος. Είκοσι χρονών και 2 μέτρα παλικάρι. Σε ήθελα πιο πολύ απ’οτιδήποτε. Κι
εσύ.
Βρεθήκαμε ξανά με τις μεγάλες προσδοκίες
παραμάσχαλα. Ξεκινήσαμε να μοιραζόμαστε τις ζωές μας γιατί έτσι γουστάραμε. Εκείνα
τα χρόνια των εύπλαστων χαρακτήρων, εκείνα τα χρόνια που θαρρείς κι όλος ο
κόσμος μας ανήκε, εκείνα τα χρόνια που ξυπνούσαμε και δεν μας ένοιαζε αν έχει
πληρωθεί ο λογαριασμός της ΔΕΗ, εκείνα τα χρόνια που μας κυνηγούσε η μάνα σου
να πιούμε την πορτοκαλάδα μας. Εκείνα τα χρόνια που αγαπιόμασταν όσο δεν το
χωράει ο νους του ανθρώπου. Περνούσαν τα καλοκαίρια, οι χειμώνες, εκδρομές, γιορτές, πανηγύρια,
σπουδές, δουλειές, αμάξια, μετακομίσεις, σπιτικά, φίλοι, αγάπη. Μεγαλώσαμε. Ανοίξαμε δικό μας σπίτι.
Δύσκολη στροφή αυτή μωρό μου. Το ανέμελο έχασε
την γεύση του. Η δέσμευση είχε πια σάρκα και οστά. μεταφρασμένη σε μεσημεριανό
φαγητό και σιδερωμένα μακό. Όπως στα είχε η μαμά σου. Δεν σιδέρωνα καλά έλεγες.
Ούτε και μαγείρευα. Χαμένη ανάμεσα στην μαγεία του Βιτγκενστάιν και της ομορφιάς
του Ανεξερεύνητου, λάσπωνα τα μακαρόνια και δεν συμμεριζόμουν πια τον
ενθουσιασμό για τις βόλτες με τους φίλους σου. Δεν άντεχα τις ξινές τους γκόμενες
με τα ξωβυζα και την θεματική κομμωτηρίου. Δεν έμαθα να βάφω τα νύχια μου, ούτε
να φοράω γόβες στιλέτο. Κι εσύ. Εσύ τα βράδια δεν μ’αγαπούσες πια. Γυρνούσες
ξημερώματα και άφηνες το σπίτι να διαλύεται. Το σπίτι που δεν αγάπησες ποτέ. Το
σπίτι στην Κωστή Παλαμά 53 που δεν σε ενέπνευσε ποτέ. Μουλάρωσα. Έπεσα σε
θλίψη. Μου άφηνες χώρο. Σαν να με έσπρωχνες σε όλα τα ανεξερεύνητα που υπήρχαν
εκεί έξω. Έξω από εσένα.
Μάζεψα μια βαλίτσα. Σε πήρα τηλέφωνο γυρνώντας
από τη δουλειά ότι θα πάω στη μάνα μου. Χωρίζαμε τέσσερις ώρες κλαίγοντας. Στο
πατρικό μου έκλαιγα με αναφιλητά. Δεν είχα αναπνοές. Δεν είχα κουράγιο. Μου
τηλεφωνούσες συνεχώς. Με παρακάλεσες να μείνω. Μου είπες θα έρθεις να με πάρεις
κι όλα θα τα φτιάξουμε. Θα φύγουμε από το σπίτι εκείνο. Θα πάμε αλλού. Σε πίστεψα.
Ίσως έκανα λάθος. Ανασκουμπώθηκα. Βρήκα καινούργια χαρά στο νέο κίνητρο. Ένα
σπίτι από την αρχή. Όλα θα τα έκανα σωστά αυτήν την φορά. Όλα θα τα φτιάχναμε.
Το νέο σπιτι ήταν ρετιρέ. Στην Παλατιανή. Είχε
παντού παράθυρα, μπαλκόνια και έβλεπε Ακρόπολη και Λυκαβηττό. Διαμπερές,
ευάερο, ευήλιο. Έραψα κουρτίνες, αγόρασα τραπεζομάντηλα, κηροπήγια, σε κάθε
κάδρο χωρούσε κι ένα κομματάκι δικό μας. Σου τραγουδούσα και σου χόρευα τα
βράδια. Στήναμε νυχτερινές πίστες με νησιώτικα οι 2 μας. Πάντα με κορόιδευες
πως χάνω τον ρυθμό. Ήθελα να ναι το πιο ζεστό σπίτι του κόσμου. Ήθελα να
μπαίνεις και όλα να σε κρατάνε εκεί. Να γυρνάς απ’τη δουλειά και να λαχταράς το
σπίτι μας. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Έδειχνες ευτυχισμένος. Περνούσε ο καιρός.
Στα γενέθλια σου επιστράτευσα κάθε τσελεμεντέ, κάθε συμβουλή της μάνας μου για
το μαγείρεμα, κι όλη μου την αγάπη να σου κάνω ΕΝΑ τεράστιο πάρτυ. Οι φίλοι σου
πέρασαν καλά. Κι εσύ. Με χόρεψες υπέροχα εκείνο το βράδυ. Με κοιτούσες με τα
λαμπερά σου μάτια και χανόμουν.
Μετά άρχισες να βαριέσαι. Μετά άρχισα να παραδίνομαι.
Δεν έφερνες πια καινούργιες γλάστρες, δεν με φιλούσες όπως πριν, δεν με
κρατούσες όπως πριν. Μου μπήκε ο διάολος. Γιατί έτσι είμαι εγώ. Μου αρέσουν οι
τούμπες. Το ξέρεις. Δεν φοβάμαι το άγνωστο. Ένιωσα προδομένη. Ένιωσα φάντασμα
του εαυτού μου. Και τόλμησα. Σε άφησα. Μετέωρο. Να πονάς και να κλαις. Με
πέτρινη καρδιά. Σε άφησα να υποφέρεις, μην ξέροντας πώς να διαχειριστείς την
ζωή χωρίς εμένα δίπλα σου. Το έκανα.
Που καταλήγουν οι ιστορίες που δεν έχουν
ευτυχισμένο τέλος; Πως τις θάβουμε στα ντιβανομπάουλα διαγράφοντας την μνήμη μας; Πως κάνουμε format στην ριζωμένη αγάπη;
Πως διαλύουμε τον μύθο; Πως κλείνουμε τους
λάκκους που οι ίδιοι σκάψαμε; Πως ανεβαίνουμε σκαλί, δεν θέλω άλλο, ζαλίζομαι.
Κράτα λίγο, έχω υψοφοβία.
Σχόλια