Into the Sea

Βουλιαγμένη, δεκαετία του 80. Η γιαγιά με έπαιρνε από το χέρι και κατεβαίναμε στα βράχια δίπλα στη ταβέρνα του Λάμπρου. Τα Σαββατοκύριακα ο θείος μου μας κατέβαζε στα βράχια της Βάρκιζας. Μου άρεσε να μετράω τις πεταλίδες και να χαζεύω τους Αχινούς στα 2,5 μέτρα βάθος. Τα απογεύματα κατεβαίναμε στη θάλασσα με τις πετονιές και τα ψάρια που έπιανα τα ξανάριχνα στη θάλασσα γιατί δεν άντεχα να τα βλέπω να σπαρταράνε. Στήναμε ψεύτικα σπίτια από καλάμια και κυνηγιόμασταν στην αμμουδιά. Η θάλασσα τότε μεταφραζόταν σε ανεμελιά.

Την τελευταία φορά που πήγα στην πλαζ της Βουλιαγμένης να συναντήσω μια φίλη, σιχάθηκα να βρέξω τα πόδια μου. Οι ξαπλώστρες κολλητά η μία στην άλλη, σχεδόν καταναγκαστικά ακούς τους διαλόγους των κορδομένων διπλανών παραθεριστών που κρατούν τον φρέντο λες κι είναι μετάλλιο.


Καλοκαίρι 2001. Εκδρομή στη Νεάπολη Λακωνίας και μετά τριήμερο στα Κύθηρα. Θυμάμαι ότι εκεί έφαγα την πιο νόστιμη ντομάτα της ζωής μου. Μύριζε από ένα μέτρο μακριά. Γυμνοί ξαπλώναμε στην παραλία στο Καψάλι και αφήναμε τα κυματάκια να γλείφουν τα πόδια μας. Φυσικές στοές και μικρές σπηλιές τριγύρω και στη χάση και τη φέξη περνούσε και κανένας ψαράς με το καΐκι του. Όταν διψούσα έβρισκα λύτρωση στο φιλί του Π.,  καθώς τόσο ερωτευμένοι που ήμασταν, ούτε νερό δεν προνοήσαμε να πάρουμε.

Μια βδομάδα μετά πήραμε το μονοπάτι για την όμορφη Γραμβούσα στο νομό Χανίων. Η ταμπέλα έλεγε 2 χιλιόμετρα. Δεν ξέραμε ότι πάει και καραβάκι. Άγρια κατάβαση στο βουνό με τα κρι-κρι να μας κοροϊδεύουν έτσι λαχανιασμένοι και καταϊδρωμένοι που ήμασταν. Στα μισά της κατάβασης άρχισε να φαίνεται ένα γαλάζοπράσινο που όμοιό του δεν είχα ξαναντικρύσει στη ζωή μου. Μια μικρή χερσόνησος τυλιγμένη σε χρυσαφί και γύρω γύρω τυρκουάζ. Στην παραλία δεν υπήρχε ψυχή. Γαλήνη. Εσύ και ο Θεός που κι αυτού η ύπαρξη δεν είναι και τόσο σίγουρη εκεί κάτω.


Έπειτα, Φαλάσσαιρνα. Το νερό της θάλασσας σου γέμιζε και σου άδειαζε τα σωθικά ταυτόχρονα. Η παραλία απλώνεται σε μήκος χιλιομέτρων και εκεί ακριβώς ξαπλωμένη στην λεπτή καυτή άμμο της Φαλάσσαιρνας μια κάθαρση, ένα αίσθημα κοντινό στο sublime διέτρεξε το εντός μου. Ο ατέλειωτος γαλανός ουρανός καταμεσίς της παραλίας, και μια αίσθηση αλλοφερμένη με κατέκλυσε, ό,τι ο κόσμος εκείνη την στιγμή σε αφήνει να γίνεις κομμάτι του.


Δέκα χρόνια μετά. Πτήση Βερολίνο-Αθήνα. Υπάρχει μια ιδιαίτερη στροφή που παίρνει το αεροπλάνο για να ευθυγραμμίσει με το αεροδρόμιο των Σπάτων και να μπει στην ευθεία του αεροδιαδρόμου. Κάνει μια υπέροχη βουτιά και ξαφνικά κάτω από το σιδερένιο φτερό ξεπροβάλλει το μπλε του Σαρωνικού. Κάθε φορά που φτάνω σε εκείνο ακριβώς το σημείο τα μάτια μου θα γεμίσουν δάκρυα. Για τη θάλασσα που δεν βλέπω όλον τον χρόνο, για την θάλασσα που δεν χωράει να καταπιεί όλη την αδικία του κόσμου, για την θάλασσα που κολύμπησα και δεν χόρτασα ποτέ, για την θάλασσα που ομόρφυνε τα κορμιά μας. Το αλάτι της γευόμασταν ο ένας στο κορμί του άλλου, για την θάλασσα που εξαγνίζει τις στιγμές και απαλοίφει την έννοια του χρόνου. Μέσα της αν κοιτάξεις λίγο καλύτερα βρίσκεις πάντα έναν καινούργιο εαυτό.




"Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τα χρόνια που έρχονται

χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν"


Εγώ Οδυσσέα πενθώ τις θάλασσες που δεν κολυμπήσαμε, πενθώ τους φίλους που δεν ανακουφίστηκαν στα νερά της, πενθώ το αλάτι που δεν γεύτηκαν οι άνθρωποι και πενθώ τους έρωτες που δεν θα απογειωθούν στις ακρογιαλιές της.














Σχόλια