Ανεβαίνω την Τσούντα με το αυτοκίνητο, καθιερωμένη διαδρομή με τελικό προορισμό το απογευματινό μάθημα της Πέμπτης. Στέκομαι στο φανάρι της Αχαρνών και αναζητώ με το βλέμμα τους δυο κυρίους που συνήθως προθυμοποιούνται να μου καθαρίσουν το παρ μπριζ. Σκέτο χώμα στο οπτικό μου πεδίο από τις βροχές. Αντί για τον χαμογελαστό κύριο με τα μούσια όμως το βλέμμα μου στέκεται σε μια κυρία που μόλις έχει μαζέψει το μπολάκι της και το επανατοποθετεί στο καρότσι της λαϊκής στην άκρη του πεζοδρομίου. Τα περιστέρια -καμιά εικοσαριά- μπροστά, έχουν πέσει με τα μούτρα στα σπόρια που τους έριξε η κυρία. Περίπου 70 χρονών, άσπρα κοντά κυματιστά μαλλια, γλυκό πλατύ πρόσωπο με ευγενή χαρακτηριστικά, λιτή μακριά μαύρη φούστα και μαύρο μπλουζάκι, θα μπορούσαν κάλλιστα να την λένε Ευγενία. Συνεχίζει με το καρότσι και περνάει το φανάρι. Στέκεται στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Την παρακολουθώ. Σχεδόν χαμογελάει κοιτώντας τα περιστέρια απο μακριά. Πλημμυρίζω από συναίσθημα καθώς την χαζεύω. Συγκινούμαι για αδιευκρίνιστους λόγους. Ήμουν βαρύθυμη και βιαστική, αλλά κάπως μου τα αλλάζει η κυρά Ευγενία. Σκέφτομαι πως έχει 30 βαθμούς 5 και τεταρτο το απόγευμα, κι εκείνη βγήκε με το βαρύ καρότσι να ταΐσει τα περιστέρια. Δε μοιάζει χαμένη, η όψη της μου θυμίζει τη γιαγιά μου πριν δεκαπεντε χρόνια. Την αφήνω εκεί να κατηφορίζει με ένα γλυκό μικρό χαμόγελο καθώς κατεβαίνει την Τσούντα από την απέναντι μεριά κι ανοίγει το φανάρι μου. Αναρωτιέμαι πως θα περάσει το βράδυ της η κυρά Ευγενία, ποιος την περιμένει στο σπίτι, αν ψωνισε αυτά που χρειαζόταν να μαγειρέψει, αν θα της τηλεφωνήσει η φιλενάδα της ή αν θα περάσει να δει το εγγόνι της απόψε. Φευγαλέα, και κάπως παρορμητικά διασχίζοντας τον δρόμο με τα πεύκα σκέφτομαι πως αν την δω ξανά, θα σταματήσω με αλαρμ να της δώσω μια αγκαλιά.

Σχόλια