Από την άνοιξη δε γλυτώσαμε ποτέ
δεν ξέρει από παύσεις
λίγο λίγο τρώει τα σωθικά μας
σαν έρωτας ατελέσφορος
σαν την παραμονή ενός αδιανόητου γλεντιού
(σάμπως καταλαβαίνει η ποίηση πως αλυχτούν οι μέλισσες;)
ένα πουλί κούρνιασε στον δρόμο
ένα χελιδόνι ξάπλωσε στο δικό σου το περβάζι
ένα αμάξι περνά με τη μουσική στο διαπασών
κι οι γείτονες δεν βγαίνουν πια να φροντίσουν τις μπιγκόνιες
τι να κάνει εκείνο το μικρό κυκλάμινο που φύτρωσε στην οροφή του υπουργείου
μια γυναίκα σπρώχνει αργά το καρότσι της λαϊκής
πίσω από τη μάσκα ακούω το λαχάνιασμα μιας ολόκληρης ζωής
ένα κορίτσι πίσω από το ταμείο
κουνάει ρθυμικά τα λευκά της γάντια
κουρασμένη με κοιτά
σαν δείλι καλοκαιρινό
-Άγιε Λευτέρη, άραγε τα κύματα αλλάξαν τη μορφή σου;

Σχόλια